ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ, Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ

«Ελεημοσύνη. Η καλύτερη επένδυση»
Πρωτοπρ. Αθανασίου Πολ. Τύμπα, Θεολόγου – Μουσικού

Συχνά όταν συναντούμε στον δρόμο έναν ζητιάνο βρίσκουμε χίλιες δικαιολογίες να μην απλώσουμε το χέρι μας να δώσουμε έστω και ένα δεκάλεπτο. Άλλοι πάλι αυτές τις ημέρες, όταν βλέπουν τις κυρίες του εράνου αγάπης με τα κουπόνια στο χέρι να ζητούν την συνδρομή μας, βγάζουν όλη την γκρίνια τους.

Την 1η Δεκεμβρίου γιορτάσαμε την μνήμη του αγίου Φιλαρέτου του ελεήμονος. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του γυρνούσε στους δρόμους της Κωνσταντινουπόλεως μ΄ έναν υπηρέτη ο οποίος κρατούσε τρία πουγγιά: ένα γεμάτο χρυσά νομίσματα, ένα με αργυρά και το τρίτο με χάλκινα. Μόλις τον πλησίαζε κάποιος ζητιάνος έπαιρνε στην τύχη νομίσματα χωρίς να υπολογίζει την ελεημοσύνη με βάση την δική του κρίση αλλά άφηνε στον Θεό να αποδίδει στον καθένα ό,τι του αξίζει.
Και μην μου πείτε ότι αυτός ήταν πλούσιος άρχοντας της εποχής. Ο Θεός για να τον δοκιμάσει, όπως τον Ιώβ, του στέρησε όλα τα υλικά αγαθά. Αυτός και τότε δεν σταμάτησε να ασκεί την αρετή της ελεημοσύνης. Το μοναδικό βόδι που είχε το χάρισε σ΄ έναν φτωχό χωρικό, το άλογό του σ΄ έναν στρατιώτη που είχε χάσει το δικό του και έτσι δεν είχε την δυνατότητα να οργώσει το χωράφι του. Γκρίνια από την γυναίκα του, γκρίνια και από τα παιδιά του. Τον λυπήθηκε ένας πλούσιος γείτονας και του έδωσε ένα μεγάλο ποσό για να ζήσει για λίγο καιρό άνετα. Αυτός το χώρισε σε μερίδια όσα ήταν  τα μέλη της οικογενείας του και το δικό του μερίδιο το μοίρασε στους φτωχούς. Ακόμη και το ένδυμά του το έδωσε σ΄ έναν φτωχό ζητιάνο διότι δεν είχε τίποτε άλλο να του δώσει όταν εκείνος του ζήτησε λίγη τροφή.
Η καλύτερη επένδυση τόσο για την ψυχή μας όσο και για την οικονομική μας ευμάρεια είναι η ελεημοσύνη. Ο άγιος Φιλάρετος γρήγορα πάλι έγινε πολύ πλούσιος διότι ο Θεός βλέποντας την μεγάλη του αρετή τον αντάμειψε ανάλογα. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ έστειλε σ΄ όλη την επικράτεια απεσταλμένους με εντολή να του βρουν νύφη όμορφη και ενάρετη. Όταν έφτασαν στην πόλη  Άμνεια που κατοικούσε ο άγιος δέχτηκαν την φιλοξενία του, είδαν την αρχοντιά του και την σεμνότητα της κόρης του Μαρίας και την πρότειναν για νύφη στον αυτοκράτορα. Έτσι ο πατέρας της βρέθηκε πάλι πλούσιος στα ανάκτορα.
Μου διηγήθηκε πρόσφατα ένας φίλος μου επιχειρηματίας, πώς αντιμετώπισε τα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Όταν η επιχείρησή μου άρχισε να μην πηγαίνει καλά πήγα, μου λέει, απελπισμένος στον πνευματικό μου με την απόφαση να την κλείσω, διότι κάθε μήνα τα χρέη της μεγάλωναν. Εκείνος μου είπε να κάμω λίγο υπομονή ακόμη και να αρχίσω το ένα δέκατο των χρημάτων που περνούν από τα χέρια μου να το κάνω ελεημοσύνη. Με φώτισε ο Θεός και του έκανα υπακοή. Δεν άρχισε η ώρα που όλα στην ζωή μου αντιστράφηκαν. Και το οικονομικό θέμα λύθηκε αλλά κυρίως ήλθε η χαρά σε όλα τα μέλη της οικογενείας μου.
Ο Κύριός μας είπε: »Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 25-33). Ο κάθε άνθρωπος στις δύσκολες στιγμές δείχνει πόσο έχει εμπιστοσύνη στον Θεό αλλά και πόσα αγαπά τον συνάνθρωπο. Ο Κύριός μας επαίνεσε το δίλεπτο της φτωχής χήρας.
Αγαπητοί φίλοι η ελεημοσύνη ας γίνει τρόπος ζωής για μας και τα παιδιά μας που δυστυχώς τα μαθαίνουμε μόνο να ζητούν και όχι να δίνουν. Η πνευματική χαρά όμως έρχεται όταν δίνουμε και όχι όταν παίρνουμε. Ένας βασικός λόγος που είναι σήμερα καταθλιπτικοί οι άνθρωποι γύρω μας είναι διότι είμαστε όλη εγωιστές και ξέρουμε μόνο πώς να βολεύουμε τον εαυτούλη μας. Εάν γνωρίζαμε την ανιδιοτέλεια και τον τρόπο να βγούμε από τον εαυτό μας και να δοθούμε χωρίς ανταλλάγματα στον διπλανό μας δεν θα υπήρχε η αρρώστια της κατάθλιψης.

Και ας μην ξεχνούμε ότι υπάρχει και άλλη ζωή. Το καλύτερο εισιτήριο για την αιώνια ζωή είναι η ελεημοσύνη. Όσο εμείς ελεήσαμε τους συνανθρώπους μας σ΄αυτή την ζωή άλλο τόσο και το εκατονταπλάσιο αυτού θα μας δώσει ο Θεός στην άλλη ζωή. Επιπλέον θα ζούμε και σ΄ αυτόν τον μάταιο κόσμο χωρίς τύψεις γεμάτοι χαρά διότι πράξαμε και εμείς το ελάχιστο για τον φτωχό αδελφό μας. Η ελεημοσύνη ας γίνει τρόπος ζωής όχι μόνον για τις μέρες των Χριστουγέννων αλλά για όλη μας την ζωή.

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΤΕΤΟΙΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

«Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».

Η κοπέλα στεκόταν στην είσοδο του ιερατικού γραφείου, περιμένοντας την άδεια για να προχωρήσει. Δεν είχε παρουσιαστικό «θρησκευόμενου» ανθρώπου. Φορούσε κολλητό παντελόνι και ήταν βαμμένη έντονα.
Ο ηλικιωμένος ιερέας την κοίταξε με καλοσύνη. «Παρακαλώ. Ό,τι θέλετε!».

Η κοπέλα προχώρησε και κάθισε μπροστά στο γραφείο του ιερέα.

«Θέλω τη συμβουλή σας», είπε κοφτά και με αποφασιστικότητα. «Η μητέρα μου είναι στα τελευταία της. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωή της δουλεύοντας τη νύχτα σε άσχημα μέρη… Ξέρω… Ίσως να σας σκανδαλίζω λίγο…». Δίστασε κοιτάζοντας τον ιερέα εξεταστικά αλλά με ειλικρίνεια στα μάτια της.

«Παρακαλώ, συνεχίστε».

«Η μητέρα μου με τα χρήματα που κέρδιζε κατάφερε να μεγαλώσει εμένα και τον αδερφό μου χωρίς να χρειαστεί να μας δώσει σε ξένα χέρια. Πατέρα δε γνωρίσαμε…

Αλλά δε μεγάλωσε μονάχα εμάς. Τα μισά της χρήματα και παραπάνω τα έδινε πάντα σε ελεημοσύνες. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν χάρη σ’ αυτή. Κάποια μάλιστα σπούδασαν κιόλας χάρη στη μητέρα μου. Σε όλη της τη ζωή, η ελεημοσύνη ήταν πρώτιστο καθήκον… Τώρα πεθαίνει. Με δυσκολία επικοινωνεί. Θα ήθελα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει αλλά δεν ξέρω πώς να της το πω… Καταλαβαίνετε… δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία… Δεν ήταν τελείως αδιάφορη αλλά… καταλαβαίνετε…».

Ο ιερέας είχε το βλέμμα χαμηλωμένο και άκουγε με κατανόηση.
«Μη στενοχωριέστε», της είπε. «Κάνατε αυτό που έπρεπε. Τώρα θα κάνουμε και οι δυο προσευχή για τη μητέρα σας. Κι ο Θεός θα δείξει τον τρόπο. Πάντως όπως και να ’χει, να θυμάστε ότι ο Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…».
Πέρασαν μέρες. Ο Ιερέας δεν είχε κανένα νέο από εκείνη την κοπέλα. Κι έξαφνα ένα πρωί είδε την αναγγελία θανάτου της μητέρας κολλημένη σε μια κολώνα. Πήρε απόφαση και πήγε στην κηδεία.
Στο τέλος της ακολουθίας τον πλησίασε η κοπέλα. Τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ευχαρίστησε που ήρθε να τους συλλυπηθεί. Ήταν πολύ καταβεβλημένη.

«Στενοχωριέμαι πολύ για την ψυχή της μητέρας μου, πάτερ», του είπε.

«Να μη στενοχωριέστε. Σας είπα: αφού η μητέρα σας έδειξε στη ζωή της τέτοια ελεημοσύνη, ο Θεός αποκλείεται να την άφησε χωρίς μετάνοια και συγχώρηση. Αυτό μονάχα μπορώ να σας πω εγώ. Τα υπόλοιπα τα ξέρει μονάχα Εκείνος…».

Τους πλησίασε ένας νεαρός.
«Πάτερ, να σας γνωρίσω τον αδερφό μου». Ακολούθησαν συστάσεις. «Ο πάτερ από δω είναι στην αγία Φωτεινή… ξέρεις… λίγο πιο πάνω από το σπίτι της μαμάς…», είπε στον αδερφό. «Πάντως, πάτερ, δε σας το κρύβω πως λυπάμαι που έφυγε έτσι», ξαναστράφηκε στον ιερέα. «Ίσως έπρεπε να ήμαστε πιο επίμονοι. Δεν ξέρω… καταλαβαίνω τι μου λέτε αλλά δεν έχω τόση πίστη για να παρηγορηθώ από αυτό…».

«Τι συνέβη;», παρενέβη ο αδερφός.

«Να, είχα πάει πριν αρκετές μέρες στον πάτερ να του ζητήσω να έρθει να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τη μαμά αλλά διστάσαμε κάπως… δεν ξέραμε πώς θα το πάρει εκείνη… και να που τώρα δεν προλάβαμε…».

Ο αδερφός έδειξε να ξαφνιάζεται. Χαμογέλασε και είπε:
«Μη στενοχωριέσαι, προλάβαμε… Προχθές τo βράδυ που έλειπες, η μαμά σαν να ξύπνησε αίφνης από το λήθαργό της, γύρισε προς το μέρος μου και -λες και δεν ήταν άρρωστη- μου είπε: «Πήγαινε γρήγορα στον άγιο Δημήτριο και φέρε εδώ τον παπά»… Αρχικώς απόρησα. Δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι αλλά δεν περίμενα και να βρω κανέναν εκείνη την ώρα στην Εκκλησία… Εντούτοις ο παπάς ήταν εκεί. Του εξήγησα και ήρθε χωρίς καθυστέρηση… Πού να φανταστώ ότι εσύ είχες έρθει σε επικοινωνία με τον ιερέα της αγίας Φωτεινής… Συγγνώμη που δε σου είπα τίποτα αλλά με την κηδεία και τις μέριμνες το παρέλειψα… ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα πώς θα το πάρεις κιόλας… Δε μου είχες πει ότι θα πας σε παπά… Πάντως κοινώνησε…».

Ο ιερέας χαμογέλασε. Τους χαιρέτησε ευγενικά και αποχώρησε. «Δεν αφήνει ο Θεός την ελεημοσύνη ασυνόδευτη από μετάνοια», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του με συγκίνηση…

-------------------------------------------------------
Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων «Όσο μπορείς», του Βασίλη Αργυριάδη

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΜΟΡΦΗ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ

Ένα περιστατικό από το βίο του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος, του Πατριάρχη της έμπρακτης αγάπης, ο οποίος έκανε τη φιλανθρωπία κύριο μέλημα της ζωής του, μας διδάσκει την τέλεια μορφή της ελεημοσύνης.

Κάποιος ξένος, που είχε αντιληφθεί την πολλή καλοσύνη του αγίου Ιωάννου, σκέφτηκε να δοκιμάσει εκείνον που ήταν ανώτερος από κάθε δοκιμασία. Ντύθηκε λοιπόν με κουρέλια και πλησίασε τον άγιο την ώρα που πήγαινε στο νοσοκομείο, γιατί συνήθιζε να επισκέπτεται τους αρρώστους δύο και τρεις φορές την εβδομάδα.
– Ελέησέ με, δέσποτα, τον αιχμάλωτο! του είπε θρηνητικά.
Ο άγιος πρόσταξε τον ταμία του να του δώσει έξι νομίσματα.
Μόλις τα πήρε ο ξένος, έτρεξε, άλλαξε ρούχα και παρουσιάστηκε σε άλλο σημείο του δρόμου, ξαναζητώντας ελεημοσύνη. Ο άγιος είπε πάλι να του δώσουν. Ο ταμίας όμως, που τον αναγνώρισε, έσκυψε στο αυτί του Ιωάννου και του έκανε γνωστό πως ο ζητιάνος εκείνος ήταν ο ίδιος που λίγο πριν είχε πάρει τα έξι νομίσματα. Μα ο άγιος δεν επηρεάστηκε από αυτό και είπε να τον ελεήσει για δεύτερη φορά.
Όταν ο ξένος παρουσιάστηκε υποκριτικά και τρίτη φορά για να πάρει ελεημοσύνη, ο ταμίας σκούντησε τον πατριάρχη, για να του δείξει πως είναι ο ίδιος. Τότε εκείνος είπε κι έκανε κάτι, που έμεινε ιστορικό.

– Δώσ’ του δώδεκα νομίσματα, πρόσταξε, μην τυχόν είναι ο ίδιος ο Κύριός μου και με δοκιμάζει.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ

ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ
π. Δημητρίου Μπόκου

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν’ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μιὰ φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;


Ἕ­να αἰχ­μη­ρό­τα­το βέ­λος ρί­χνει κα­τευ­θεί­αν στὴν καρ­διὰ τῆς  βο­λι­κῆς μας ἐ­πα­νά­παυ­σης ὁ ποι­η­τὴς Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος μὲ τοὺς στί­χους αὐ­τούς. Ποι­ὸς κά­θε­ται νὰ σκε­φθεῖ τὸν ἄλ­λο, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά; 
Κι ὅ­μως αὐ­τὴ θά ’­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ μό­νι­μη ἀ­γω­νί­α καὶ ἀ­νη­συ­χί­α μας. Πῶς γί­νε­ται νὰ χαι­ρό­μα­στε τὴ ζω­ή μας ἀ­νέ­με­λα, ὅ­ταν ἄλ­λοι πα­ρα­δί­πλα ὑ­πο­φέ­ρουν; Ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει θέ­ση στὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Χρι­στια­νὸς ση­μαί­νει νὰ εἶ­σαι τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ ὁ Χρι­στὸς ἔ­ζη­σε μό­νο γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Κα­θό­λου γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. «Ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σεν» (Φιλ. 2, 7). Τὸν σταύ­ρω­σε γιὰ μᾶς.
Ἔ­δει­ξε μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, ὅ­τι ἀ­ξί­α δὲν ἔ­χει μιὰ ζω­ὴ μὲ κα­λο­πέ­ρα­ση, ἀλ­λὰ μιὰ ζω­ὴ προ­σφο­ρᾶς στὸν ἄλ­λο. Ὕ­ψι­στο σκο­πό της, βα­θύ­τα­το νό­η­μά της, ἀ­πό­λυ­τη πλη­ρό­τη­τά της ὅ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη.
Μὰ ἐ­μεῖς δι­α­στρέ­ψα­με καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ἀ­γά­πης. Στὸν δι­κό μας κό­σμο, ὅ­που κέν­τρο βά­λα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας, ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γά­πη δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­γά­πη. «Ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὸν συ­νάν­θρω­πό μας δὲν εἶ­ναι τά­χα ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη γιὰ μιὰ και­νούρ­για ἰ­δι­ο­κτη­σί­α;»
Εἶ­ναι ὁ Νί­τσε αὐ­τὸς ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Καὶ συ­νε­χί­ζει τὴ σκέ­ψη του, λέ­γον­τας ὅ­τι σὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­γά­πη συμ­βαί­νει ὅ,τι καὶ σὲ κά­θε μας ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ὁτιδήποτε και­νούρ­γιο: «Κου­ρα­ζό­μα­στε μὲ τὸ πα­λιό, γιὰ ὅ,τι γνω­ρί­ζου­με κα­λὰ καὶ σί­γου­ρα. Ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη νὰ τεν­τώ­σου­με τὰ χέ­ρια μας ἀ­κό­μα πιὸ μα­κριά. Καὶ τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο το­πί­ο, ὅ­ταν τὸ ζή­σου­με, ὅ­ταν τὸ ἔ­χου­με μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας γιὰ τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρους μῆ­νες, μᾶς κου­ρά­ζει, δὲν εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μας γι' αὐ­τό. Κά­ποι­α ἄλ­λη μα­κρι­νὴ ὄ­χθη, μᾶς τρα­βά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Γε­νι­κό­τε­ρα, μιὰ κα­το­χὴ μει­ώ­νε­ται μὲ τὴ χρή­ση».
Μιὰ ἀ­γά­πη λοι­πὸν ποὺ εἶ­ναι ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας, κα­το­χῆς τοῦ ἄλ­λου γιὰ εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, γρήγορα κα­ταν­τά­ει πράγ­μα βα­ρε­τό. Δὲν ὑ­πάρ­χει εὐ­χα­ρί­στη­ση, ποὺ νὰ μὴ γί­νε­ται μὲ τὸν χρό­νο ἀ­νια­ρή. Γίνεται βαρετὸς ὁ ἄλλος καὶ πρέπει νὰ ἀντικαθίσταται συνεχῶς, ὅταν, ἀντὶ νὰ τὸν κάνουμε ἀποδέκτη τῆς ἀγάπης μας, τὸν μεταβάλλουμε σὲ ἁπλὸ ὄργανο τῆς εὐχαρίστησής μας. Εἶ­ναι ἡ κα­τά­ρα τῆς ἐ­γω­κεν­τρι­κῆς μας ἀ­να­ζή­τη­σης. Νὰ μὴ σταματάει πο­τέ. Νὰ ψά­χνει ἀ­κό­ρε­στη γιὰ νέ­ους τρόπους καὶ εἴ­δη εὐ­χα­ρί­στη­σης.
Μὰ εἶ­ναι κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἡ ἀ­γά­πη ποὺ προ­σφέ­ρε­ται, τὸ χέ­ρι ποὺ δί­νεις γιὰ νὰ στη­ρι­χτεῖ κά­ποι­ος ἐ­πά­νω του, ὄχι γιὰ νὰ πάρεις κάτι ἐσύ. Ὅταν ἀ­γα­πᾶς τὸν ἄλλο γιὰ ὅ,τι ἀκριβῶς εἶναι αὐτὸς ὁ ἄλλος, ὄ­χι γιὰ δική σου εὐ­χα­ρί­στη­ση. Αὐτὸ εἶναι κά­τι ποὺ θὰ σὲ γε­μί­ζει πάν­το­τε χα­ρά. Μιὰ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ θὰ πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νή, ἀ­ξέ­χα­στη, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ὅ­λα βου­λιά­ξουν στῆς λή­θης τὸν ἀ­πύθμενο βυ­θό. Τὸ πε­ρι­γρά­φει ὄ­μορ­φα ὁ ποι­η­τής:

Κι ἔπειτα τὰ χρόνια θὰ περάσουν
ὄγκοι βουνῶν καὶ πέτρας θὰ παρεμβληθοῦν
θὰ ξεχαστοῦνε ὅλα
ὅπως ξεχνιέται τὸ καθημερινὸ φαΐ
ποὺ μᾶς κρατάει ὀρθούς.
Ὅλα, ἔξω ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ
ποὺ μέσα στὸ συνωστισμὸ τοῦ ὑπόγειου τρένου
κρατήθηκες στὸ μπράτσο μου.
(Τί­τος Πα­τρί­κιος)

Ἐμεῖς προσφέρουμε τὸ μπράτσο μας σὲ ὅποιον τὸ χρειάζεται νὰ κρατηθεῖ; Τί μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει νά ΄ναι γε­μά­τη ἡ ζω­ή μας ἀ­πὸ ὄ­μορ­φες στιγ­μὲς προ­σφο­ρᾶς; Μό­νο αὐ­τὲς ἔ­χουν ἀ­ξί­α πολύτιμη, θὰ πα­ρα­μεί­νουν αἰ­ώ­νια στὴ μνή­μη τοῦ Θε­οῦ, ὅταν ὅλα τὰ ἄλλα ξεχαστοῦν. Τὸ χέ­ρι ποὺ προ­σφέ­ρε­ται γιὰ ἀ­γά­πη, γρά­φει ἀ­νε­ξί­τη­λα τὸ ὄ­νο­μά μας στὸ Βι­βλί­ο τῆς Ζω­ῆς. Ἐ­νῶ τὸ χέ­ρι ποὺ δὲν τὸ ἔ­μα­θε αὐ­τό, σβή­νει γιὰ πάν­τα τὸ ὄ­νο­μά μας ἀ­πὸ τὴ μνή­μη τοῦ Θε­οῦ. Και­ρὸς νὰ δι­δά­ξου­με καλὰ στὸ χέ­ρι μας τὸ μά­θη­μα αὐτό, νὰ γρά­φει χω­ρὶς λά­θη τῆς ἀγάπης τὴ σω­τή­ρια γρα­φή.
Ὁ Κύ­ριός μας τρέ­χει, ἐπείγεται ν’ ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του πά­νω στὸν σταυ­ρό, νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει ὅλους, νὰ μᾶς σώσει. Ἂς βι­α­στοῦ­με ν’ ἁ­πλώ­σου­με τὰ χέ­ρια μας κι ἐ­μεῖς μὲ σταυ­ρι­κὴ δι­ά­θε­ση σὲ ὅ­σους τὰ χρει­ά­ζον­ται. «Κύ­ρι­ε, τὰς χεῖ­ρας ἡ­μῶν ἔ­κτει­νον πρὸς ἐρ­γα­σί­αν τῶν ἐν­το­λῶν σου».
Τὸ κατανυκτικὸ Τριῴδιο, παράλληλα μὲ τὴν παντοειδῆ νηστεία, δὲν παύει νὰ μᾶς παρακινεῖ καὶ στὴ θεοτερπῆ εὐποιία, μιὰ θητεία προσφορᾶς καὶ ἀγάπης στὸν ἄνθρωπο. Μιὰ στάση ζωῆς ποὺ ἀναφέρεται εὐθέως στὸν Χριστό: «Θρέψον δὴ τὸν Κύριον, ψυχή, τῇ εὐπραξίᾳ, ἀρετῆς ἐδέσματα ὡς εὐώδεις θυσίας προσκομίζουσα τούτῳ» (Πέμπτη Τυρινῆς, ᾠδὴ η΄).
Ἔμεινε ἄραγε σὲ μᾶς καθόλου διάθεση νὰ θρέψουμε τὸν Κύριο μὲ μοσχομύριστα ἐδέσματα ἐλεημοσύνης;
Καλὴ Σαρακοστή!


Ἀ ν τ ι ύ λ η
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504
e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Η ΨΥΧΗ ΜΙΑΣ ΚΟΠΕΛΑΣ ΑΠΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Το γεγονός αυτό συνέβη σε μια κωμόπολη του νομού Αχαΐας το 2007 και αποδεικνύει αναμφίβολα ότι κάθε φιλάνθρωπη πράξη που γίνεται εκ μέρους των συγγενών για την ψυχούλα των κεκοιμημένων, έχει αγαθή επίδραση και τους δίνει το θείο έλεος.
Η κοπέλα μιας αγροτικής οικογενείας, μορφωμένη και προικισμένη από τον Θεό με ψυχική και σωματική ωραιότητα, προσβλήθηκε από καρκίνο του ήπατος και τελικά την πήρε ο Θεός κοντά Του. Οι γονείς της, θεοσεβείς και με ακλόνητη πίστη, πόνεσαν μεν πολύ, αλλά τελικά εμπιστεύθηκαν το παιδί τους στα χέρια του θεού και ησύχασαν. Επειδή δε ανέκαθεν ήταν ελεήμονες, συνέχισαν ακόμη περισσότερο την ευλογημένη τακτική τους μετά την κοίμηση της κόρης τους.
Μια γνωστή τους κοπέλα είχε στην μικρή αυτή πολιτειούλα ένα μαγαζάκι και, όταν έσφαζαν κανένα ζώο, το πουλούσε εκεί. Επειδή είχε υποχρέωση στους ανθρώπους αυτούς η κρεοπώλης, διότι πολλές φορές την είχαν βοηθήσει ποικιλοτρόπως, μια ημέρα χάρισε στην μητέρα της κεκοιμημένης ένα εκλεκτό κομμάτι κρέας για τον σύζυγό της. Την ευχαρίστησε και, όταν πήγε στο σπίτι, όπως είπε χαρακτηριστικά, το πέταξε μέσα στην κατάψυξη του ψυγείου όπως ήταν.
Μετά από δύο ημέρες, πήγε στο σπίτι της μια φτωχούλα χήρα γυναίκα και είχε και παιδάκια και της ζήτησε βοήθεια. Η ελεήμων γυναίκα της έδωσε ό,τι μπορούσε και τελικά θυμήθηκε κι εκείνο το κρέας και ανοίγοντας το ψυγείο το έδωσε και της είπε:
- Πάρε αυτό και μαγείρεψέ το για τα παιδιά.
Μετά από μερικές μέρες, συνάντησε την κρεοπώλη, η οποία συγκινημένη αλλά και απορημένη της είπε τα εξής:
- Κυρία Μαρία μου, είδα στον ύπνο μου την κόρη σου. Έλαμπε από ομορφιά και χαρά! Την ρώτησα πώς περνάει και μου είπε: “Είμαι πολύ καλά και σε παρακαλώ να το πεις στην μητέρα μου, για να μην στενοχωριέται. Για το κρέας που έδωσες στην μητέρα μου, σ’ ευχαριστώ. Ευχαριστώ και την μητέρα μου. Να της πης πως από αυτό το κρέας έφαγα κι εγώ!”. Αυτό βέβαια το τελευταίο δεν μπόρεσα να καταλάβω τί σήμαινε.
Ακούγοντας αυτά η πονεμένη μητέρα, έμεινε άφωνη και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα. Όταν συνήλθε, με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, είπε:
- Είναι αλήθεια ότι όσοι έφυγαν από αυτή τη ζωή, ζουν! Το κρέας που μου έδωσες, παιδί μου, το έδωσα ελεημοσύνη σε μια φτωχούλα που μου ζήτησε βοήθεια. Την λυπήθηκα. Και να, η ελεημοσύνη έδωσε χαρά και στην ψυχή της κόρης μου και σου το αποκάλυψε.
Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Δίνε πάντα χαρά στο παιδάκι μου!...

Από το βιβλίο: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα
Θαυμαστά γεγονότα»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2009

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ: ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ;

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέει: «Παντὶ τῷ αἰτοῦντι σοι δίδου». Αὐτὸ σημαίνει πὼς πρέπει νὰ εὐεργετοῦμε καὶ νὰ ἐλεοῦμε ὅλους, χωρὶς νὰ διακρίνουμε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν κατάστασή τους, τὸ κοινωνικὸ παρελθόν τους ἢ τὴ θρησκεία τους. Πρέπει νὰ δίνουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας στὸν καθένα ποὺ τὴν ἔχει πραγματικὰ ἀνάγκη.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει πὼς πρέπει νὰ εἴμαστε σπλαχνικοὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι δυστυχισμένοι ἀπὸ ὁποιαδήποτε αἰτία. Σὰν ἄνθρωποι πρέπει νὰ δίνουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τοὺς κάνει νὰ ζητιανεύουν, εἴτε εἶναι χῆρες καὶ ὀρφανὰ εἴτε ἐξορίστηκαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, εἴτε ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν αὐταρχικότητα τῶν κυβερνώντων εἴτε ἀπὸ τὴ σκληρότητα τῶν προϊσταμένων, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπανθρωπιὰ τῶν φοροεισπρακτόρων εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπληστία τῶν ἐχθρῶν, εἴτε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας τους εἴτε ἀπὸ τὴν ἀπώλεια ποὺ εἶχαν λόγῳ ναυαγίου. Ὅλοι τους ἔχουν δικαίωμα καὶ μερίδιο στὴ συμπάθειά μας.
Κοιτάζουν μὲ προσμονὴ τὰ χέρια σου, ὅπως κοιτάζουμε ὅλοι μας τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ ὅταν ζητᾶμε κάτι. Εἶναι πολὺ καλύτερα ν’ ἀνοίξει κανεὶς τὸ χέρι του σὲ κάποιον ἀνάξιο, παρὰ νὰ στερήσει τὴν ἐλεημοσύνη του ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει ἀνάγκη, ἀπὸ φόβο νὰ μὴν ἀπατηθεῖ.
Πρέπει νὰ βοηθᾶμε τοὺς ἀνθρώπους ὄχι ἀπὸ ματαιοδοξία ἢ ἀπὸ ἔπαρση κι ἀλαζονεία, ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία μας νὰ μᾶς εὐχαριστοῦν καὶ νὰ μᾶς εὐγνωμονοῦν οἱ εὐεργετούμενοι ἢ γιὰ νὰ λάβουμε ἀνταπόδοση, ἀλλὰ μὲ ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸ Θεό, ἀλλὰ κι ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει πὼς ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ μολύνθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ματαιοδοξίας δὲν εἶναι πιὰ ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ κομπασμὸς καὶ σκληροκαρδία. Γιατί ὅταν δίνεις μὲ ὑπερηφάνεια εἶναι σὰ νὰ διασύρεις δημόσια τὸν ἀδελφό σου.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει στὴ δέκατη τρίτη ὁμιλία του στὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ πὼς ἡ ἐλεημοσύνη δὲ συνίσταται μόνο στὸ νὰ δίνεις χρήματα, ἀλλὰ καὶ στὸ νὰ τὰ δίνεις μὲ αἴσθημα χριστιανικῆς συμπάθειας. Πρέπει νὰ κάνουμε τὸ καλὸ καὶ νὰ παρέχουμε τὴ βοήθειά μας θεληματικά, πρόθυμα, καρδιακά, μὲ σεβασμὸ καὶ ἀνυπόκριτη ἀγάπη πρὸς τοὺς φτωχούς. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς κατέχει κανένα αἴσθημα περιφρόνησης, ἀγανάκτησης ἢ ὀργῆς κι ἐκνευρισμοῦ. «Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς» (Β’ Κορ. θ’ 7). «Διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἔσαγε εἰς τὸν οἶκον σου», λέει κι ὁ προφήτης Ἠσαΐας (κεφ. νη’ 7). Κι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κάνεις μὲ τὴν καρδιά σου, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει τὸ μέτρο, πῶς πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις: «ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἰλαρότητι» (Ρωμ. ιβ’ 8).
Ὅταν συμπεριφέρεσαι ἔτσι, ἡ προθυμία σου θὰ διπλασιάσει τὴν ἀξία τῆς καλῆς σου πράξης. Ὅταν ὅμως ἡ καλὴ αὐτὴ πράξη γίνεται μὲ λύπη ἢ ἀπὸ ἀνάγκη, δὲν μπορεῖ νὰ φέρει χαρά. Ὅταν κάνεις τὸ καλὸ πρέπει νὰ ἔχεις χαρά, ὄχι θλίψη ἢ γογγυσμό. «Ἐλεημοσύνη δὲ σημαίνει ἁπλὰ τὸ νὰ δίνεις χρήματα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀλλὰ νὰ τὸ κάνεις μὲ ζῆλο, μὲ χαρά, μὲ ἕνα αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο ποὺ δέχεται τὴ δωρεά σου. Ἂν κάποιος δὲ δίνει μὲ τέτοια διάθεση, θὰ ἦταν καλύτερα νὰ μὴν ἔδινε τίποτα, γιατί τότε αὐτὸ ποὺ δίνει δὲν εἶναι ἐλεημοσύνη ἀλλὰ ἀνώφελο καὶ ἄχρηστο ἔξοδο. Τότε μόνο λέγεται καὶ εἶναι ἐλεημοσύνη μία καλὴ πράξη, ὅταν δίνεται μὲ χαρά, ὅταν σκέφτεσαι πὼς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δίνεις ἐσὺ ὠφελεῖσαι πολὺ περισσότερο» (Ὁμιλία 1η στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή).
Τὸ καλὸ πρέπει νὰ τὸ κάνεις χρησιμοποιώντας τὴ δική σου περιουσία κι ὄχι κάποιου ἄλλου, στὴν ὁποία δὲν ἔχεις κανένα νόμιμο δικαίωμα. Καὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι περιουσία ποὺ ἀποκτήθηκε μὲ τίμια δουλειά, ὄχι μὲ κλοπές, ἀπάτες καὶ ψέματα. Γιὰ νὰ δώσουμε πολλὴ ἐλεημοσύνη, πρέπει νὰ περιορίσουμε τὰ ἔξοδά μας. Γιὰ παράδειγμα δὲν πρέπει ν’ ἀγοράζουμε ἀκριβὰ κι ἐξεζητημένα πράγματα, ἐφόσον μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ χωρὶς αὐτά. Γιατί αὐτὸ ποὺ μᾶς περισσεύει ἀνήκει στοὺς φτωχοὺς κι ὅταν τὸ ξοδεύουμε ἀσυλλόγιστα εἶναι σὰ νὰ τοὺς τὸ ἀφαιροῦμε. Πρέπει νὰ κάνουμε πάντα τὸ καλὸ καὶ νὰ βοηθᾶμε τοὺς ἄλλους. Νὰ μὴν περιορίζεται ὁ ζῆλος μας αὐτὸς ἀπὸ τὶς τυχὸν δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουμε στὴν ἄσκηση τῆς ἐλεημοσύνης. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἡ πίστη σου κι ἡ ἐλεημοσύνη σου νὰ μὴ μειωθοῦν». Δὲ λέει νὰ κάνεις τὸ καλὸ μία φορά, δύο, τρεῖς, δέκα ἢ ἑκατὸ φορές, ἀλλὰ πάντα. «Τὸ ἔργο αὐτὸ νὰ μὴν τὸ ἐγκαταλείψεις» (Ὁμιλία στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή).
Ὅταν δίνεις ἐλεημοσύνη, καλὸ εἶναι νὰ κάνεις διάκριση ἀνάμεσα στοὺς πραγματικὰ φτωχοὺς καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ φαίνονται φτωχοί. Πρέπει νὰ δίνεις ὅση περισσότερη βοήθεια μπορεῖς, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμή σου. Πρέπει νὰ δίνεις προτεραιότητα στοὺς περισσότερο φτωχούς, σὲ ἐκείνους ποὺ ἀξίζουν περισσότερο τὴ βοήθειά σου, στοὺς κοντινοὺς καὶ τοὺς συγγενεῖς σου πρῶτα κι ὕστερα στοὺς ξένους. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὰ γνωρίζεις πάντα αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ ἀκρίβεια, μερικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες μᾶς συμβουλεύουν νὰ ἐμπιστευόμαστε ἐκείνους ποὺ εἶναι ἔμπειροι γιὰ νὰ μᾶς ποῦν ποῦ θὰ δώσουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς γίνει πρόβλημα. Δὲν πρέπει νὰ ψάχνουμε πολὺ τὸ θέμα τῶν φτωχῶν, γιατί ἔτσι μπορεῖ νὰ στερήσουμε ἀπὸ τὴ βοήθειά μας καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν πραγματικὰ ἀνάγκη. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πὼς δὲν ὑπάρχει παράδειγμα κάποιου ὑπερβολικὰ ἀκριβοδίκαιου ἀνθρώπου ποὺ νὰ ἔπεσε πάνω σ’ ἕναν ἅγιο. Ὑπάρχει ὅμως τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ νὰ συναντήσει κανεὶς ἕναν ἀπατεώνα. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνο ποὺ σᾶς συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐνεργοῦμε σὲ ὅλα μὲ ἁπλότητα.
Τέλος θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λογαριάζουμε πὼς κάνουμε κάτι σπουδαῖο ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ πιστεύουμε πὼς ἁπλῶς εἴμαστε διαχειριστὲς τῶν ἀγαθῶν του Θεοῦ. Ποτὲ δὲ θὰ γίνεις τόσο γενναιόδωρος ὅσο ὁ Θεός, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἀκόμα κι ἂν μοιράσεις ὁλόκληρη τὴν περιουσία σου, ἀκόμα κι ἂν μαζὶ μὲ τὴν περιουσία σου παραδώσεις καὶ τὸν ἑαυτό σου πάλι δὲν ἔκανες τίποτα σπουδαῖο. Γιατί ὅ,τι κι ἂν δώσει ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, τὰ παίρνει πίσω ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὅσα περισσότερα καὶ νὰ Τοῦ δώσεις, ἐκεῖνα ποὺ θὰ σοῦ γυρίσει πίσω θὰ εἶναι περισσότερα. Καὶ βέβαια δὲν πρόκειται νὰ δώσεις τίποτα δικό σου, ἀφοῦ «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον».
Ἂς κλείσουμε λοιπὸν λέγοντας: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται».

Μακάριοι κι εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι εὔσπλαχνοι κι ἐλεοῦν τοὺς φτωχούς, γιατί αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄχ! καὶ νὰ ἤξερες τί μεγάλη ἀνταπόδοση σὲ περιμένει γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ δίνεις στοὺς φτωχούς! Θὰ σοῦ δείξει ὁ Θεὸς ἔλεος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσης ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων καὶ θὰ κληρονομήσεις τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἀμήν.

Άγιος Ιωάννης Κροστάνδης

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Η ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ

Το ψωμί το δικό μου είναι υλικό ζήτημα. Το ψωμί του αδελφού μου όμως είναι πνευματικό ζήτημα.

(Αλέξανδρος Τσιριντάνης)


Κάποτε που βάδιζα με τον άγιο στην πλατεία της πόλεως, βλέπω δεξιά μου έναν άνθρωπο κάτι να ψιθυρίζει. Τον ακολουθούσαν πολλοί φτωχοί ζητώντας του βοήθεια. Κι εκείνος κάνοντας τάχα ότι τους διώχνει, τους έβαζε στο χέρι την ελεημοσύνη του. Έτσι κρυβόταν από τους ανθρώπους. Μόλις το πρόσεξα, σκούντησα τον όσιο και του είπα για την αρετή του ανθρώπου αυτού. Κι εκείνος μού λέει:

- Στα μάτια του Θεού είναι μέγας. Τον ξέρω, γιατί αρκετές φορές βρεθήκαμε μαζί.

Ύστερα από μερικές ημέρες τον ρώτησα σχετικά με αυτή την αρετή και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.

- Ήμουνα τότε, μού είπε, μικρό παιδί, δώδεκα χρονών περίπου, και είχα πάει στην εκκλησία του αποστόλου Θωμά να προσευχηθώ. Βρήκα εκεί ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Μεταξύ άλλων, μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του Κυρίου. Όταν το άκουσα αυτό παραξενεύθηκα και κατέκρινα τον άνθρωπο του Θεού ότι ήταν ψεύτης. Γιατί έλεγα μέσα μου: αφού ο Κύριος είναι στους ουρανούς στα δεξιά του Πατέρα του, πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς;

Καθώς όμως βάδιζα και συλλογιζόμουν όσα άκουσα, βλέπω κατά σύμπτωση ένα κουρελιάρη φτωχό που πάνω από το κεφάλι του -τι θαύμα!- στεκόταν η μορφή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Εκεί που προχωρούσε ο φτωχός τον συνάντησε κάποιος ελεήμων και του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί. Μόλις λοιπόν άπλωσε το χέρι του ο φιλόπτωχος εκείνος προς το ζητιάνο, άπλωσε και ο Κύριος το χέρι του από την εικόνα, πήρε το ψωμί και τον ευχαρίστησε. Έπειτα το έδωσε στον φτωχό. Ούτε αυτός όμως ούτε κι ο ελεήμων κατάλαβαν τίποτε.

Θαύμασα και πίστεψα. Από τότε ήξερα ότι όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού. Αυτή την εικόνα του Χριστού τη βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς και γι’ αυτό με δέος ασκώ όσο μπορώ, την αρετή της ελεημοσύνης που τόσο ευχαριστεί τον Κύριο.