ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ ΝΑ ΤΙΜΑΤΑΙ Ο Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 7η Δεκεμβρίου 2017

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ ΝΑ ΤΙΜΑΤΑΙ Ο Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;
   
Ζώντας σε καιρούς αποκαλυπτικούς, βιώνουμε μια πρωτοφανή παραδοξότητα. Oι ευγενείς ανθρώπινες ενασχολήσεις να υπηρετούν το σύγχρονο κακό. Να προάγουν την πλάνη και να γίνονται δίαυλοι, μέσω των οποίων ο μέσος άνθρωπος να οδηγείται μακριά από το Σωτήρα Χριστό και την Εκκλησία Του και να μυείται στα φοβερά διδάγματα και τις πρακτικές της «Νέας Εποχής» και του διεθνούς σκηνικού του αποκρυφισμού, δηλαδή της δαιμονολατρίας. Μια από τις ευγενείς αυτές ανθρώπινες ενασχολήσεις, η οποία χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, είναι και η λογοτεχνία, και δη όταν γίνεται δημόσιο θέαμα, δια της «Έβδομης Τέχνης», δηλαδή του κινηματογράφου. Το πλέον τραγικό είναι, όταν, αυτής της δόλιας πρακτικής, γίνονται συνήγοροι και εκκλησιαστικά πρόσωπα, και ιδίως μεγαλόσχημοι κληρικοί, οι οποίοι γίνονται (εκόντες – άκοντες) χειροκροτητές σαθρών και το χειρότερο βλάσφημων συγγραφέων, λογοτεχνών και κινηματογραφικών παραγωγών.

   Αφορμή για το παρόν σχόλιό μας πήραμε από πρόσφατη εκδήλωση των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας, στις 17 Νοεμβρίου, για τον γνωστό κρητικό συγγραφέα Ν. Καζαντζάκη, στην οποία πήρε μέρος και μίλησε και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος. Άλλωστε η φετινή χρονιά είναι αφιερωμένη στα 60 χρόνια από το θάνατο του λογοτέχνη και για το λόγο αυτό γυρίστηκε ταινία η ζωή του και γίνονται διάφορες εκδηλώσεις. Η συμμετοχή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και η ομιλία του στην εκδήλωση αυτή έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση και πικρία στον πιστό λαό, διότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας, πέρα από τις αντιφατικές και αλλοπρόσαλλες δοξασίες του, υπήρξε ένας σφοδρός πολέμιος της πίστεως της Εκκλησίας στο Πρόσωπο του Χριστού. Υπήρξε ο εισηγητής ενός«Χριστού», που είναι πιστό αντίγραφο των θεοσοφικών και νεοεποχίτικων«Χριστών» -  «Αντιχρίστων», οι οποίοι «ενσαρκώνουν» τα διδάγματα της«Νέας Εποχής». Ενός «Χριστού» ολότελα απογυμνωμένου από τη Θεότητά Του.

   Δυστυχώς ο Ν. Καζαντζάκης, ένας όντως οξυδερκής άνθρωπος και δυνατό μυαλό, με το έργο του υπήρξε ένας από τους προωθητές του «πνεύματος» της «Νέας Υδροχοϊκής Εποχής». Ένας τραγικός άνθρωπος, ο οποίος δε γνώρισε ποτέ στη ζωή του την ηρεμία και τη γαλήνη, βιώνοντας μια αδιάκοπη ταραχή και ανασφάλεια, προϊόν της εσωτερικής του κενότητας, την οποία μάταια προσπαθούσε να γεμίσει με δοξασίες του θεοσοφικού κινήματος, του ανατολικού μυστικισμού και του αποκρυφισμού. Τα έργα του είναι ο αψευδής μάρτυρας της εναγώνιας προσπάθειάς του, να δημιουργήσει μια δικής του εμπνεύσεως θρησκευτική πίστη, δομημένη με αποκρυφιστικά στοιχεία και ορθολογική φαινομενολογία, αρνούμενος την παραδεδομένη πίστη της Εκκλησίας.

   Δεν αρκέστηκε ο Μακαριώτατος στην παρουσία του στην εκδήλωση, αλλά μίλησε κιόλας, εκθειάζοντας τον Καζαντζάκη. Παρουσίασε μια στρεβλή εικόνα για κείνον, αφήνοντας κατά μέρος το αντιχριστιανικό του πρόσωπο. Είπε χαρακτηριστικά: «Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ταξιδευτής σ’ όλη του τη ζωή. Γι’ αυτό και αισθανόταν τον εαυτό του σαν ένα πουλί, που δεν τον χωράει η γη, γιατί ήθελε να πετάξει, να γνωρίσει λαούς, να γνωρίσει θρησκείες…». Πράγματι ο Καζαντζάκης το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές, όπου και διαμόρφωσε τις δοξασίες του και τα πιστεύω του. Μπορούμε επομένως να εκθειάζουμε έναν άνθρωπο ο οποίος, ενώ γεννήθηκε σε ορθόδοξη χώρα, από ορθοδόξους γονείς, διδάχτηκε την ορθόδοξη πίστη στο σχολείο, συναναστράφηκε με ορθοδόξους συγγενείς και φίλους του και στο τέλος αρνήθηκε την Ορθοδοξία, ή τουλάχιστον την αμφισβήτησε και γι’ αυτό ψάχνει να βρει την αλήθεια και τις απαντήσεις στις ανησυχίες του σε άλλες θρησκείες; Ο Καζαντζάκης υπήρξε ένας αμφισβητίας της Ορθοδοξίας και αναζητητής της αλήθειας εκτός αυτής!

  Αλλά δεν είναι μόνον η αμφισβήτηση της Ορθοδοξίας και οι θρησκευτικές αναζητήσεις του κρητικού λογοτέχνη, αλλά οι ύβρεις του κατά της Εκκλησίας και των θείων και ιερών προσώπων της Πίστεώς μας. Ο ταλαίπωρος εκείνος άνθρωπος, μέσα στον στροβιλισμό των εσωτερικών του συμπλεγμάτων, ξεσπούσε συχνά σε απίστευτες βλασφημίες κατά της Εκκλησίας μας, μιμούμενος ή και ξεπερνώντας τους γνωστούς διάσημους εχθρούς του χριστιανισμού. Κύριος στόχος του υπήρξε η απαξίωση και ο υποβιβασμός του Χριστού σε έναν σημαντικό άνθρωπο. Η απογύμνωσή Του από την Θεανθρώπινη υπόστασή Του και τον υποβιβασμό του όχι απλά σε έναν έστω ενάρετο σημαντικό άνθρωπο, αλλά σε εμπαθή. Σε άνθρωπο, ο οποίος διακατέχονταν από τα πλέον ταπεινά πάθη και αδυναμίες. Στο πλέον βλάσφημο έργο του «Ο Τελευταίος Πειρασμός», φτάνει στην έσχατη κατάντια να παρουσιάζει το Χριστό επάνω στο σταυρό, να διακατέχεται από αισχρούς λογισμούς και να παραδέχεται την ήττα του! Βεβαίως εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως αυτή τη προσπάθεια του Ν. Καζαντζάκη δεν είναι δική του επινόηση, αλλά πανάρχαια απόπειρα να αναιρεθεί ο Θεανθρώπινος χαρακτήρας του Χριστού και να πάψει έτσι να είναι ο σωτήρας του κόσμου. Ο Καζαντζάκης στρατεύτηκε σε αυτή την αναποτελεσματική προσπάθεια και χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό του ταλέντο, αποπειράθηκε να παρουσιάσει έναν άλλο «Χριστό», από τον Χριστό της Εκκλησίας, έναν«Χριστό» άνθρωπο, ανίκανο να σταθεί εμπόδιο στις επιδιώξεις των σκοτεινών κύκλων, οι οποίοι εργάζονταν (από τότε) για την εγκαθίδρυση της«Νέας Εποχής», την εποχή η οποία στόχο έχει να σβήσει από τη μνήμη των ανθρώπων τον Θεάνθρωπο Χριστό της Εκκλησίας. Να δεχτεί τον αντί Αυτού, τον ερχόμενο Αντίχριστο, το «Χριστό» της «Νέας Εποχής». Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, τη «Νέα Εποχή» εγκαινίασε και προώθησε το παγκόσμιο θεοσοφικό κίνημα και ο Καζαντζάκης υπήρξε αποδέκτης και φορές των θεοσοφικών αρχών και δοξασιών. Ολόκληρο το έργο του είναι εμπνευσμένο από τη Θεοσοφία.

   Η Εκκλησία δεν έμεινε απαθής μπροστά στα βλάσφημα έργα του. Υπενθυμίζουμε ότι το 1928 εκδηλώθηκε η πρώτη αντίδραση για εκείνον, όταν ο Μητροπολίτης Σύρου Αθανάσιος έφερε στην Ιερά Σύνοδο καταγγελία για το βλάσφημο βιβλίο του «Ασκητική». Το 1930 παραπέμφθηκε σε δίκη για αθεϊσμό, του εν λόγω βιβλίο του, αλλά «αόρατοι παράγοντες» φρόντισαν να μη γίνει ποτέ αυτή η δίκη. Τη δεκαετία του 1950 εγέρθηκε νέα σφοδρή αντίδραση από μέρους της Εκκλησίας για το πλέον βλάσφημο έργο του «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Οι καθηγητές Π. Μπρατσιώτης και Ν. Λούβαρης το θεώρησαν ως «ως εμπνεόμενο από τις Φροϋδικές θεωρίες και εκείνες του ιστορικού υλισμού. Η θεανδρική μορφή του Κυρίου κακοποιείται κατά τρόπον βλάσφημον». Το Βατικανό το 1954 εκδίδει καταδίκη και το εντάσσει στον «Κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων». Ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Καλλίνικος εισηγείται στην Ιερά Σύνοδο την επίσημη καταδίκη, θεωρώντας «πως ο Καζαντζάκης προσεγγίζει τη ζωή και τα πάθη του Χριστού κατά τρόπο δοκητικό πέρα από κάθε ιστορική και δογματική βάση, υποβαθμίζοντας τον θεανθρωπικό χαρακτήρα του».Ο καθηγητής Ν. Λούβαρης, σχολίαζοντας τον «Τελευταίο Πειρασμό», χαρακτήρισε τον Καζαντζάκη «ανίδεο θρησκευτικά». Η τέχνη για τον Kαζαντζάκη, κατά τον Λούβαρη, ήταν «μέσο μηδενιστικών προταγμάτων». Ο Κασσανδρείας Καλλίνικος στο μεταξύ υπέβαλε νέα εισήγηση, ασχολούμενος με το άλλο έργο του: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Πολλοί Ιεράρχες πίεζαν για να εκδοθεί αφοριστική απόφαση για τον βλάσφημο λογοτέχνη. Αλλά αυτή προσέκρουε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος τον προστάτευε και του έδινε «εκκλησιαστική ασυλία», αρνούμενος κάθε καταδίκη του, με το αιτιολογικό ότι καταγόταν από επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου! Ο ίδιος ο Καζαντζάκης δεν έμεινε απλά απαθής στις απειλές περί αφορισμού του, αλλά αντιδρούσε με ιδιαίτερη θρασύτητα, διαμηνύοντας στους Ιεράρχες: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ»! 

   Σε διαδικτυακό δημοσίευμα αναφέρεται επίσης πως, «ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, γεννημένος στα κρητικά χώματα, ανατράφηκε σαν παιδί με πολλές αναμνήσεις από αυτά που άφησε σαν παρακαταθήκη ο Κρητικός αυτός συγγραφέας, που κατάφερε μέσα από τα έργα του που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες του κόσμου να αναδείξει με γλαφυρό τρόπο τη φιλοσοφία της τοπικής κρητικής κοινωνίας, ακόμη και κάποια αρνητική της πλευρά, δίνοντάς της μία άλλη όψη, με την ωραία πένα του» (Ιστ.news247 )! Αλλά «ωραία πένα» είχαν και πολλοί αιρετικοί και χριστιανομάχοι του παρελθόντος, όμως η Εκκλησία μας τους έδωσε τις απαντήσεις που τους έπρεπε.

    Επίσης ο Μακαριώτατος θέλησε να παρουσιάσει τον υβριστή του Χριστού Καζαντζάκη ως …ευσεβή προσκυνητή του Αγίου Όρους: «Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας δε λησμόνησε να αναφέρει τη συνάντηση του Νίκου Καζαντζάκη με μεγάλους ασκητές στο Άγιον Όρος, όπου γονάτισε κοντά τους, εκεί όπου σχηματοποίησε και την ιδέα του ότι «ο άνθρωπος είναι μία χούφτα από χώμα, γεμάτος από Θεό…»! Μόνο που παραβλέπει ο Μακαριώτατος πως μια μεγάλη μερίδα «προσκυνητών» του Αγίου Όρους είναι αγνωστικιστές και αλλόθρησκοι, οι οποίοι μεταβαίνουν στον Άθωνα για τουριστικούς λόγους. Προφανέστατα και η επίσκεψη του κρητικού λογοτέχνη ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Επίσης η ανωτέρω φράση του Καζαντζάκη, τι άλλο μπορεί να σημαίνει, εκτός από τη θεοσοφική αντίληψη περί ανθρώπου;

   Το ανωτέρω διαδικτυακό δημοσίευμα συνεχίζει:«Παίρνοντας αφορμή και από τα πρόσφατα Καβάφεια και την επιρροή του Κωνσταντίνου Καβάφη στην Αλεξάνδρεια αλλά και τα όσα ακούστηκαν για τις περιγραφές του Νίκου Καζαντζάκη για την Αίγυπτο, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας πρότεινε να γίνει στο μέλλον μία ημερίδα που να αναφερθεί από κοινού στο έργο των αυτών μεγάλων της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς και οι δύο “αισθάνονται το χώμα όπου μυρίζει τη μυρωδιά της θνησιμότητας και μέσα τους να ανθίζει πάντα μία ελπίδα που είναι η αθανασία…”, όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο ίδιος ο Αλεξανδρινός Προκαθήμενος» (Όπου ανωτ.)! Ζητά λοιπόν ο Μακαριώτατος να τιμηθεί το συγγραφικό έργο, τόσο του γνωστού για την προσωπική του ζωή Καβάφη, όσο και του βλάσφημου Καζαντζάκη! Και πάλι ρωτάμε με έκπληξη για το λόγιό του: «αισθάνονται το χώμα όπου μυρίζει τη μυρωδιά της θνησιμότητας και μέσα τους να ανθίζει πάντα μία ελπίδα που είναι η αθανασία…». Έχει καμιά σχέση αυτή η θέση με την χριστιανική ανθρωπολογία και σωτηριολογία; Για «αθανασία της ψυχής» διδάσκουν όλες οι θρησκείες και φιλοσοφίες, αλλά αυτών οι αντιλήψεις είναι διαμετρικά αντίθετες με την χριστιανική διδασκαλία. Λυπούμαστε, αλλά η παραπάνω θέση είναι ταυτόσημη με την θεοσοφική ανθρωπολογία! Αλλά για ποια «αθανασία» του έργου του Καζαντζάκη μπορούμε να μιλάμε, αφού ο ίδιος παράγγειλε να γραφεί στον τάφο του το γνωστό απόφθεγμα, το οποίο συνοψίζει το πιστεύω του και το μηδενιστικό υπαρξιακό του κενό: «ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΕΙΜΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ»;

Ο αγωνιστής θεολόγος κ. Α. Κυριακού, σχολιάζοντας την επίσκεψη και ομιλία του Μακαριωτάτου Πατριάρχου στην εκδήλωση αυτή, παραθέτει ένα μικρό απόσπασμα ενός από τους πλέον εμβριθείς μελετητές του Καζαντζάκη, του Ι. Κορδορούμπα: «Απ’ τους κρατήρες που προκαλεί η απιστία του [Καζαντζάκη] εκτινάσσεται με δύναμη η καυστική λάβα των φρικτών του βλασφημιών κατά του προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της πανάγνου και αειπαρθένου Μητρός του, που όμοιές των μόνο ο Σατανάς θα μπορούσε να εμπνευσθεί». 

  Δεν θέλουμε να επεκταθούμε περισσότερο, άλλωστε οι αναγνώστες μας και γενικά ο πιστός λαός μας γνωρίζει τι εστί Καζαντζάκης και πόσο μεγάλη ζημία προκάλεσε στην Εκκλησία μας. Απλά θέλουμε να εκφράσουμε τη λύπη μας για τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία παραβλέπουν το βλάσφημο και αντίχριστο έργο του και τον εκθειάζουν και τον τιμούν δημόσια. Λυπούμαστε ιδιαιτέρως για τη συμμετοχή και την ομιλία του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, ο οποίος, τιμώντας τον άνθρωπο Καζαντζάκη, τίμησε και το βλάσφημο έργο του. Προσπαθούμε να διαγνώσουμε την «αναγκαιότητα» της πατριαρχικής αυτής συμμετοχής και δε μπορούμε να τη βρούμε. Σε καμιά περίπτωση δε θεωρούμε επιτρεπτό να τιμώνται πρόσωπα σαν τον υβριστή του Κυρίου μας και άλλων ιερών προσώπων της πίστης μας Ν. Καζαντζάκη. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είχε πει πως όποιος μας βρίζει προσωπικά έχουμε χρέος να τον συγχωρούμε, «αν όμως, όπως είπε, βρίζει το Χριστό και την Παναγία μου δεν θέλω ούτε να τον βλέπω!».Κλείνουμε, με τη βαθειά ανησυχία μας, για τα νέα ήθη, τα οποία εισήλθαν στην Εκκλησία μας και τα οποία στόχο έχουν να αλλοιώσουν το φρόνημά της, το οποίο είναι διαμετρικά αντίθετο με το φρόνημα του κόσμου.  

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΘΕΡΜΟΥ

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, 25 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου  2009
Ακολούθως δημοσιεύομεν κείμενον, το οποίον υπογράφουν οι κάτωθι διαπρεπείς κληρικοί: 

π. Ιωάννης Φωτόπουλος, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Αττικής, π. Αθανάσιος Μηνάς, πρώην εφημ. Ι. Ν. Αγ. Ελευθερίου Αρεως, π. Γεώργιος Διαμαντόπουλος εφημ. Ι. Ν. Αγ. Ανδρέου Λαυρίου, π. Βασίλειος Κοκολάκης, εφημ. Ι. Ν. Υψώσεως Τ. Σταυρού Χολαργού, π. Σταύρος Τρικαλιώτης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Αττικής, π. Αντώνιος Μπουσδέκης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Νικαίας, π. Γεώργιος Παπαδάκης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Αμαρουσίου, π. Νικόλαος Πουρσανίδης εφημ. Ι. Ν. Παμ. Ταξιαρχών Αχαρνών, π. Γεώργιος Χρόνης, εφημ. Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου Παιανίας, π. Χαράλαμπος Θεοδώσης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νεκταρίου Κ. Κηφισιάς, π. Ιωάννης Χατζηθανάσης εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Αττικής, π. Ευθύμιος Μουζακίτης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Κοσμά Αιτ. Αμαρουσίου, π. Χρήστος Κατσούλης, εφημ. Ι. Ν. Παναγίας Βλαχερνών Αμαρουσίου, Αρχιμ. Σαράντης Σαράντος εφημ. Ι. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Αμαρουσίου, οι οποίοι προέρχονται από διαφόρους Μητροπόλεις της Ελλαδικής Εκκλησίας, βάσει του οποίου ελέγχεται ο π. Βασίλειος Θερμός, αλλά και όσοι αποδέχονται τας καινοτόμους, αντιπατερικάς ιδέας του.

Το ύφος του κειμένου είναι απλούν, θεολογικόν αλλά και αυστηρόν εις τας -φρικτάς, δυστυχώς!- διαπιστώσεις του π. Βασιλείου Θερμού δια το Μέγα Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, ως αυτό παρεδόθη από τους Αγίους Πατέρας και τελείται έως τας ημέρας μας αναλλοίωτον και πανάγιον. Ο π. Βασίλειος Θερμός εμμένει εις την λεγομένην Λειτουργικήν αναγέννησιν, την οποίαν απέρριψεν -επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου- ο ευσεβής Ορθόδοξος Ελληνικός λαός.

Φρικτοί οι χαρακτηρισμοί του δια την Θείαν Λειτουργίαν, την οποίαν έγραψαν Θεοφόροι Πατέρες, ως οι Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και Μέγας Βασίλειος. Ο ισοπεδοτικός π. Βασίλειος εχαρακτήρισεν ως «Βυζαντινολιγούρηδες όσους τιμούν το Βυζάντιον» και ότι ο Βυζαντινός πολιτισμός ήτο «ένας πολιτισμός όπως όλοι». Ο «Ορθόδοξος Τύπος» έχει ασχοληθή και παλαιότερον με δηλώσεις και ομιλίας του π. Βασιλείου Θερμού θέλων -με βάσιν τους Αγίους Πατέρας και την Ιεράν Παράδοσιν της Αγίας μας Εκκλησίας- να αντικρούση και ανασκευάση τας καινοτόμους ιδέας του.

Το κείμενον, το οποίον υπογράφουν οι διαπρεπείς κληρικοί, έχει ως εξής:
 Όσα ακολουθούν αποτελούν κατά βάσιν κριτική στα λεχθέντα υπό του π. Βασιλείου Θερμού. Θα θέλαμε να παρακαλέσουμε τον αναγνώστη να τα διαβάσει έχοντας κατά νου την Αλήθεια και Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι ατεκμηρίωτες καθ’ ημών κατηγορίες και ετικέτες, που σπεύδουν να δώσουν οι εχθροί της Εκκλησίας σε όσους μάχονται τις αντορθόδοξες καινοτομίες τους. Τα περί φανατισμού, φονταμενταλισμού και προσωπικών επιθέσεων διαρκώς επαναναλαμβανόμενα δεν πρέπει να τα λαμβάνει κανείς υπ’ όψιν του. Aυτούς τους δύσκολους καιρούς ας κρατήσουμε ακέραιη τουλάχιστον τη λογική μας και την κριτική μας ικανότητα.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του π. Γεωργίου Μπασιούδη «Η δύναμη της λατρείας. Η συμβολή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν στη λειτουργική θεολογία», οργανώθηκε εκδήλωση στη «Στοά του Βιβλίου», στην οποία μίλησαν ο συγγραφέας του βιβλίου, ο π. Βασίλειος Θερμός και ο κ. Θανάσης Παπαθανασίου, συντάκτης του περιοδικού ΣΥΝΑΞΗ. Οι ομιλίες αυτές αναμεταδόθηκαν το Φεβρουάριο 2009 από την «Πειραϊκή Εκκλησία».

Ο π. Σμέμαν με τα γραπτά του, όπως είπε ο π. Μπασιούδης, διακηρύττει ότι «η δύναμη της λατρείας… να βυθίζει τον άνθρωπο στην πνευματική πραγματικότητα… στη Βασιλεία του Θεού και να αλλάζει το μυαλό και την καρδιά του, σήμερα έχει εξαφανισθεί… έχει χάσει κάθε αναφορά στην πραγματική ζωή. Υφίσταται ένα τείχος μεταξύ της λατρείας, του μηνύματός της… και της κοινότητας, η οποία θεωρητικά υπάρχει, για να λατρεύει το Θεό».
Περιττό να πούμε ότι τα παραπάνω αποτελούν ανεπίτρεπτες γενικεύσεις. Ο μακαρίτης Σμέμαν βρίσκεται μάλλον μονίμως εν συγχύσει μεταφέροντας το ειδικό και επί μέρους στο γενικό και καθολικό. Ασφαλώς δεν φταίει η ευάρεστη στο Θεό Ορθόδοξη Λατρεία αν δεν ενεργεί η δι’ αυτής προσφερομένη Χάρις στην καρδιά όλων των ανθρώπων, αλλά η πνευματική κατάσταση κάθε ανθρώπου. Ο Σμέμαν, άνθρωπος του θεολογικού εργαστηρίου βλέπει την Λατρεία σαν εργαλείο, που έχει παληώσει, που έχει υποστεί κακές παρεμβάσεις και θέλει ανανέωση και διόρθωση, για να καταστεί λειτουργικό, για να έχει αποτέλεσμα και να επιδρά στους ανθρώπους. Δεν βλέπει την άκτιστη Χάρη του Θεού και το πνευματοκίνητο χέρι των Αγίων στη διαμόρφωση της Λατρείας. Βλέπει στρώματα ποικίλα και αλλοπρόσαλλα που βρίσκονται συσσωρευμένα από ιστορικούς λόγους, πολλά από τα οποία προβληματικά, χωρίς αξία και δύναμη. Γι αυτό αγωνιά και θέλει να δώσει δύναμη στη Λατρεία.

Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε σχετικά με τα παραπάνω ότι φυσικά κάτι χρειάζεται διόρθωση όχι όμως η λατρεία αλλά ο καθένας μας προσωπικά. Διόρθωση είναι η μετάνοια για τις αμαρτίες μας, η διαρκής νηπτική εργασία, που θα μας οδηγήσει σε μια διαρκή και εις βάθος κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι θα επιτευχθεί η αληθής συνάντηση θείου και ανθρωπίνου μέσα στην παραδεδομένη Λογική λατρεία μας. Μ’ αυτόν και μόνο τον τρόπο η Λατρεία έχει αποτέλεσμα. Δεν έχει η Λατρεία μας μια μαγική δύναμη. Είναι τα «Σα εκ των Σών» εκάστου μέλους της Εκκλησίας. Μια λατρεία που άμεσα και εύκολα χωρίς μετάνοια και άσκηση έχει τη δύναμη «να αλλάζει το μυαλό και την καρδιά του ανθρώπου» μπορεί να ανήκει μόνο στις αποκρυφιστικές ομάδες, όπου απουσιάζει το σταυρικό – μαρτυρικό φρόνημα και βέβαια η θεία Χάρις.

Τελικώς τη δύναμη έχει ο Παντοδύναμος Τριαδικός Θεός («Σου εστίν η Βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»). Αυτός δύναται να μεταμορφώσει δια της Χάριτός του, προσφερομένης μέσα στη Θεία Λατρεία, το νου και την καρδιά κάθε καλοπροαίρετου και αγωνιζόμενου ανθρώπου. Μέσα στην αγωνία του να δώσει δύναμη στη λατρεία ο π. Αλ. Σμέμαν βρίσκει αδιάκοπο ενδιαφέρον και επιστημονική ενασχόληση με τα κακά της Λατρείας μας, μεμψιμοιρία και γκρίνια για το Βυζάντιο και προτάσεις για «αποκάθαρση της λατρείας από τα στοιχεία τα οποία την αλλοτριώνουν» [1].

Οι παρατηρήσεις του για εκκοσμίκευση έχουν σχέση με τα αμερικανικά δεδομένα, όπου πάμπολλες ενορίες ασχολούνται με συγκέντρωση χρημάτων και φιλανθρωπικές δράσεις, καταπατώντας τις νηστείες, τελώντας τη Θ. Λειτουργία σύμφωνα με τις απαιτήσεις «της πραγματικής ζωής» στις 11 π.μ. και 12 το μεσημέρι, αδιαφορώντας για την εξομολόγηση κ.λπ. Οι ομιλητές βέβαια, κατά την παρουσίαση του βιβλίου μεταφέρουν όλα αυτά στην ελληνική πραγματικότητα προσπαθώντας να εμφυσήσουν ένα «εκλεπτυσμένο» φιλοσοφικο-θεολογικό πνεύμα στους χριστιανούς και να προωθήσουν ποικίλες νεοεποχήτικες μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Εκκλησίας και ιδίως της Λατρείας. Ο τολμηρότερος των ομιλητών ήταν ο π. Βασίλειος Θερμός.

Η ομιλία του κινήθηκε σε τρεις άξονες: 1) Παραφθορά, αλλοιώσεις και εκφυλισμός της Λατρείας. 2) Ευθύνες για όλα στο Βυζάντιο. 3) Ριζική αλλαγή της Λατρείας. Πριν προχωρήσουμε πρέπει να επισημάνουμε ότι το όλο θέμα της Λατρείας, ο π. Βασίλειος το βλέπει μέσα από την προοπτική της ιστορίας και μόνο. Διακατέχεται η σκέψη του από ένα έμμονο ιστορισμό. Μέσα απ’ αυτόν ερμηνεύει όχι μόνο τα ζητήματα της Θείας Λατρείας, αλλά και όλη τη ζωή και θεολογία της Εκκλησίας π.χ.: «Η Εκκλησία μας έχει κακή σχέση με την ιστορία» και «η ιστορικότητα έχει κληροδοτήσει σ’ αυτήν (τη Λατρεία) στρώματα και προσθήκες, που εκφράζουν ποικίλες εποχές…»).

Όλα όσα καταμαρτυρεί στην αγία Λατρεία μας μοιάζουν να έχουν προκύψει ερήμην του Θεού, ωσάν ο Χριστός να είναι απών, ωσάν το Αγιο Πνεύμα να μη οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν». Μοιάζουν όλα έρμαια των ιστορικών συνθηκών, της προχειρότητας, της τύχης, της εκάστοτε νοοτροπίας, των εμμονών και των λαθών των ανθρώπων της Εκκλησίας. Μιλάει για την «ενανθρώπιση του Θεού Λόγου», «το θεανθρώπινο στοιχείο» στη διαμόρφωση της Λατρείας. Στην ουσία όμως οι αναφορές αυτές αποτελούν ένα άλλοθι προκειμένου να καταλήξει στον ισχυρισμό ότι η λατρεία κατά τη διαμόρφωσή της επηρεάζεται «από την ανθρωπινότητα (sic!) των ανθρώπων» και ότι «είναι προϊόν του αγώνος του Σώματος του Χριστού να αρθρώσει λόγο και πράξη ευχαριστίας». Απουσιάζει από το σκεπτικό του η τοποθέτηση του π. Σωφρονίου ότι «οι λόγοι της Λειτουργίας, και εν γένει των προσευχών, δεν είναι μόνον ανθρώπινοι, αλλά και Ανωθεν δεδομένοι» [2]. Γι’ αυτό από τις αναλύσεις του, καθ’ όλη την ομιλία του περί της Ορθοδόξου Λατρείας λείπει το «θεανθρώπινο στοιχείο», η επίπνοια του Αγίου Πνεύματος, ο θείος φωτισμός και η συμμετοχή των Αγίων.

Επειδή για πολλοστή φορά με απεριόριστο θράσος ο π. Θερμός βάλλει κατά της Ορθοδόξου λατρείας, παρουσιάζουμε στη συνέχεια αποσπάσματα της ομιλίας του για να καταδειχθεί η σφοδρή του αντίθεση προς αυτήν την ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία και την αγιωτάτη Παράδοσή της.

1) «Όλοι λέμε ότι η ορθόδοξη λατρεία είναι εσχατολογική… δεν κηρύσσει απλώς τη Βασιλεία του Θεού, αλλά την πραγματώνει εδώ και τώρα… κυρίως η Θεία Λειτουργία. Ε, λοιπόν μέσα στην Θεία Λειτουργία, αλλά και στις άλλες ακολουθίες έχουν εισβάλει ένθετα τα οποία εκφράζουν το βυζαντινό παλάτι. Καμμία σχέση· ημέρα με τη νύκτα· “μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον„ που θα έλεγε ο ΑγιοςΝικόδημος ο Αγιορείτης».
Ώστε, κατά τον π. Βασίλειο, με τις προσμίξεις του… βυζαντινού παλατιού (!), με τα διάφορα «ένθετα» (;) η Θ. Λειτουργία κατάντησε «μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον». Συμπεραίνει λοιπόν κανείς ότι όλοι οι απ’ αιώνος Αγιοι, που συνέθεσαν τη Θ. Λειτουργία και όσοι την τελούσαν δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις των λειτουργιολόγων και γι’ αυτό τίποτε δεν κατάλαβαν και συνέχισαν να τελούν αυτή την αλλόκοτη, τερατώδη Λειτουργία! Πρέπει οπωσδήποτε να πούμε εδώ σε τι αναφέρεται ο λόγος του Αγίου Νικοδήμου «μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον». Σχολιάζοντας ο Αγιος τον ΠΓ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, που αναφέρεται στην απαγόρευση κατοχής κρατικής εξουσίας από τους κληρικούς λέγει: «καθώς έπαθε τούτο ο Δίκερως Γίγας της Ρώμης, ο Πάπας φημί, ο οποίος κοντά όπου είναι εσωτερικός Αρχιερεύς θέλει να είναι εξωτερικός και κατά σώμα βασιλεύς· να ευλογή και να θανατοί, να κρατή την ποιμαντικήν βακτηρίαν, και μάχαιραν την φονεύτριαν. Μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον! Ας ιδή λοιπόν ούτος ότι παραβάτης του παρόντος Αποστολικού κανόνος ευρίσκεται, και καθαιρέσει υπόκειται αμφότερα βουλόμενος έχειν…» (Πηδάλιον σ. 109 υποσ. 1). Πράγματι τέρας αλλόκοτον είναι η μίξις του αντιπαπικού λόγου του Αγίου με την βλάσφημη άποψη του π. Θερμού ότι η Θ. Λειτουργία, με την οποία ζούμε και αναπνέομε τον Χριστό, είναι ένα τερατούργημα. Φρικτόν ειπείν! Όσον αφορά τα περί βυζαντινού παλατίου, ο π. Βασίλειος τα έχει παραλάβει από τα διαβάσματά του στα έργα του π. Σμέμαν. Κι εκείνος από που αλλού; Από τους «θεολόγους» – ερευνητές της νεκρής Δύσεως. Για παράδειγμα ο Σμέμαν στο βιβλίο του «Η Εκκλησία προσευχομένη» μιλάει για την «εξωτερική μεγαλοπρέπεια της λατρείας», που έχει «σαν κύρια πηγή… το τελετουργικό της αυτοκρατορικήςαυλής». Πιο κάτω ισχυρίζεται ότι «η σύνθεση και εξέλιξη της “υλικής„ πλευράς της λατρείας (ενδύματα, θυμίαμα, κεριά), η ανάπτυξη δηλαδή αυτής της πολύπλοκης λειτουργικής οργάνωσης… βρίσκει την εξήγησή της, τουλάχιστον μερικώς, στην επίδραση της αυτοκρατορικής αυλής» [3]. Ποιοί μας τα βεβαιώνουν αυτά; Ο Beurlier, ο Batiffol κ.λπ., στους οποίους παραπέμπει ο π. Σμέμαν. Αυτές τις ανοησίες μας μεταφέρει ο π. Θερμός χωρίς να μας εξηγεί τι συγκεκριμένα τον ενοχλεί στη Θ. Λειτουργία και τι του θυμίζει το «βυζαντινό παλάτι». Μήπως η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος και οι λιτανείες με τις λαμπάδες, τα εξαπτέρυγα, και τα θυμιατά; Αλλά ας προχωρήσουμε.

2) «Τους δύο πρώτους αιώνες, άντε τρεις, οι ακολουθίες της Εκκλησίας, τα μυστήρια βασικά, εμπνεόμενα από την εβραϊκή αντίληψη περί του κόσμου δεν περιλαμβάνουν ευλογία της ύλης. Δεν ευλογείτο ο άρτος ο οίνος… το νερό το λάδι, αλλά αναπεμπόταν ευχαριστία στο Θεό για τις δωρεές του και κατόπιν οι άνθρωποι κοινωνούσαν. Ήταν η πράξη της ευχαριστίας της κοινότητος, η οποία καθαγίαζε τα δώρα…Ο καθαγιασμός των υλικών αγαθών επέρχεται μετά τον 4ο αιώνα υπό την επίδραση του Ελληνισμού. Φεύγουμε από την αντίληψη ότι όλα είναι καλά λίαν στην κτίση και περνούμε στην αντίληψη ότι υπάρχουν αντίθετες δυνάμεις, υπάρχει μέσα στα στοιχεία της φύσεως το παγανιστικό στοιχείο, που πρέπει να δαμαστεί και να εξαγιασθεί. Και αυτό έκτοτε ισχύει. Δε λέω αν είναι κακό, που άλλαξε αυτό το πράγμα από μόνο του, αλλά περισσότερο το αναφέρω για τις παρενέργειες, που αυτό δημιούργησε, οι οποίες φάνηκαν στο Βυζάντιο αργότερα». 
Τί συμπεραίνουμε από τα ανωτέρω; Ότι, κατά τον π. Θερμό, τους δυο πρώτους αιώνες («άντε τρεις»!) καλά τα πήγαινε η Εκκλησία με τη λατρεία της. Μετά τα έμπλεξε με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία του ελληνισμού και άρχισε κατά την τέλεση των Μυστηρίων, όπως οι ειδωλολάτρες, να καθαγιάζει την ύλη για να «δαμάσει το παγανιστικό στοιχείο», που υπήρχε, δήθεν, μέσα της! Κι αυτό δημιούργησε «παρενέργειες», που φάνηκαν αργότερα στο Βυζάντιο [4]. Με όσα λέγει ο π. Βασίλειος περί της απουσίας του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων δια της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος («δεν ευλογείτο ο άρτος και ο Οίνος», γράφει) έρχεται πολύ κοντά στην παπική – δαιμονική πρακτική της μη επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος κατά την Αγία Αναφορά! Προσεκτικός πάντως ο π. Βασίλειος ομιλώντας δεν αναφέρεται σε πρόσωπα, χειριζόμενος τους ακροατές του με λεπτότητα για να τους εμβολιάσει με τις ιδέες του. Δεν μας λέγει ποιος τα έκαμε αυτά. Ποιός άλλαξε το «παράδειγμα» λατρείας; Η Εκκλησία; Οι Αγιοι; Και ο Χριστός του οποίου η Εκκλησία είναι Σώμα Του, πού ήταν όταν άρχισαν οι «παρενέργειες» στη λατρεία; Μας λέγει ο Απόστολος ότι «η Εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ» (Εφεσ. 5, 24) και ότι ο Χριστός «εκτρέφει και θάλπει» την Εκκλησία (Εφεσ. 5, 29). Λοιπόν, έπαψε η Εκκλησία να υποτάσσεται στο Χριστό; Έπαψε ο Χριστός να εκτρέφει το Σώμα Του; Ανέχθηκε ο παθών υπέρ ημών Κύριος ειδωλολατρικές επιμιξίες κατά την προς Αυτόν Λατρεία και Ευχαριστία; Ή μήπως η «ανθρωπινότητα» των ανθρώπων δρα ανεξέλεγκτα και ανεξάρτητα από το Θεάνθρωπο Χριστό;
Συνεχίζουμε παίρνοντας σαν αρχή του επομένου αποσπάσματος της ομιλίας του π. Θερμού την τελευταία φράση:

3) «…το αναφέρω για τις παρενέργειες, που αυτό δημιούργησε, οι οποίες φάνηκαν στο Βυζάντιο αργότερα. Ποιές ήταν αυτές: Αυτή η αλλαγή στην πραγματικότητα εγκαινίασε το διαχωρισμό ιερού και βεβήλου… Η μεγάλη φθορά στη λατρεία έγινε στα βυζαντινά χρόνια, επειδή το Βυζάντιο κράτησε πάρα πολύ —1100 χρόνια— και προσφερόταν για να γίνουν πάρα πολλές αλλοιώσεις και φθορές. Και υπ’ αυτήν την έννοια συμμερίζομαι τις επικριτικές τοποθετήσεις του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν σχετικά με το ρόλο του Βυζαντίου… Νομίζω ότι εκεί άρχισε η φθορά και ο εκφυλισμός, που δεν είναι ορατός λόγω της μεγάλης άνθισης της Υμνογραφίας, της θεολογικής γραμματείας, των Υπομνημάτων πάνω στη λατρεία. Επεκράτησε πλέον το φαινόμενο της λειτουργικής ευσέβειας, η οποία επεκάλυψε τις παραφθορές… Ο π. Σμέμαν φθάνει στο σημείο να πει ότι η λειτουργική ευσέβεια είναι ο κυριώτερος αντίπαλός μας… Επίσης πρέπει να πούμε ότι αυτά (εννοεί ο π. Βασίλειος τις αλλοιώσεις στη λατρεία) οφείλονταν στο γεγονός ότι… σε αντίθεση με τους βυζαντινολιγούρηδες, που ευδοκιμούν πάρα πολύ στην Εκκλησία μας, το Βυζάντιο δεν ήταν μια κοινωνία αγίων. Ήταν ένας πολιτισμός, που ήθελε να εμπνέεται από το Ευαγγέλιο και το Χριστό, ένας πολιτισμός όπως όλοι με τα ελαττώματα των ανθρώπων και γι’ αυτό έσβησε».
Διακρίνει κανείς στα παραπάνω μια αντιπάθεια του π. Θερμού προς το Βυζάντιο, προς τη ρίζα της Ρωμηοσύνης, προς την ιστορική μας συνέχεια, μια διάθεση πατροκτονίας, μια προσπάθεια διαγραφής από τη μνήμη των ελλήνων ακροατών της όλως ιδιαιτέρας πνευματικής προσφοράς του Βυζαντίου στον παγκόσμιο πολιτισμό, μια κίνηση απαξιώσεως των 1100 χρόνων ιστορίας με τον ισοπεδωτικό αφορισμό «ένας πολιτισμός όπως όλοι» και με τον αισχρό χαρακτηρισμό «βυζαντινολιγούρηδες» για όλους όσους αγαπούμε την ιστορία μας με τα λάθη της, αλλά και με το μεγαλείο της. Το Βυζάντιο δεν ήταν κοινωνία αγίων, αλλά υπήρχε μέσα του μια κοινωνία Αγίων, το άλας της γης, που αλάτιζε αυτή την αυτοκρατορία και την κοινωνία της. Δεν ήταν το Βυζάντιο, η Ρωμιοσύνη σαν τους άλλους πολιτισμούς, σαν τον «πολιτισμό» της Δύσεως, που ταλανίζει ακόμη και σήμερα όλο τον κόσμο με τον σκληρό ορθολογισμό του, με τον παπικών προδιαγραφών ιμπεριαλισμό του και τον άνευ αρχών ευδαιμονισμό του. Υπήρχαν στη Ρωμιοσύνη δυνάμεις πνευματικές, που εξανθρωπίζανε την κοινωνία, που αγιάζανε τους ανθρώπους, που δεν εξαναγκάζανε κανένα, που κανένα δεν έκαιγαν στην πυρά για την πίστη του και τις επιστημονικές του απόψεις. Όπως φαίνεται ο π. Θερμός αγωνίζεται φιλότιμα να μειωθούν οι «βυζαντινολιγούρηδες» και να αυξηθούν οι «ευρω» – και «αμερικανολιγούρηδες» και βρίσκεται στην ίδια γραμμή μάχης με τους «φωταδιστές», οι οποίοι μάχονται την Ορθόδοξη Εκκλησία, την Παράδοσή της και την ιστορία του Γένους μας. Παρά ταύτα οι παραπάνω κρίσεις μας αφορούν μια πρώτη ανάγνωση της ομιλίας του π. Βασιλείου. Τα υποκρυπτόμενα και υπονοούμενα στους λόγους του είναι σοβαρότερα. Λόγω του ιστορισμού του παραβλέπει το γεγονός ότι ο αυτουργός της Θείας Λατρείας δεν είναι το «Βυζάντιο», αλλά η Αγία Καθολική Εκκλησία. Ότι οι Αγιοι επώνυμοι και ανώνυμοι είναι αυτοί, που συνέταξαν τις ευχές και τους ύμνους της Θείας Λειτουργίας και των λοιπών Ακολουθιών. Ότι η «άνθιση της θεολογικής γραμματείας και της Υμνογραφίας» δεν είναι άνθιση κάποιας κουλτούρας, αλλά η συγγραφή των θεοπνεύστων συγγραμμάτων και ύμνων υπό των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και ότι αυτά εμπνέουν και απαρτίζουν τη Λατρεία της Εκκλησίας μας. Ότι τις «αλλοιώσεις» τη «φθορά» την «παραφθορά», τις «παρενέργειες» και τον «εκφυλισμό της λατρείας», τα οποία αποδίδει στο «Βυζάντιο», κατ’ ουσίαν τα αποδίδει στην Εκκλησία του Χριστού και στους Αγίους Πατέρες.
Αυτό είναι εύκολο να αποδειχθεί, διότι δεν ήταν βέβαια ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ούτε οι κρατικοί λειτουργοί και θεσμοί, που καθόρισαν τον τρόπο της Λατρείας. Αλλά ήταν η ζώσα και υπό του Αγίου Πνεύματος οδηγουμένη Εκκλησία, που διαμόρφωσε τη Θεία Λατρεία. Ο ανθρώπινος παράγων ήταν ενεργός, αλλά ήταν και ο Χριστός παρών, συνέχων το Σώμα Του, παρόν και το Αγιο Πνεύμα ζωοποιούν και καθοδηγούν τους Αγίους. Όλη η ζωή της Εκκλησίας, η θεολογία της, η λατρεία της, η ασκητική της, η αρχιτεκτονική της, η εικονογραφία της, η μουσική της κ.λπ. ήταν σε μια διαρκή πρόοδο, έως ότου εμόρφωσε τους κατάλληλους τύπους, επαρκείς να εκφράσουν τη διδασκαλία της, τη ζωή της, την προσευχή της. Ουδείς εκ των αγίων εχλεύαζε τους προ αυτού Πατέρες, ούτε τους κατηγορούσε για εκφυλισμό και φθορά της λατρείας ακόμη και για «προδοσία της αρχαίας Εκκλησίας», όπως κάμει ο π. Βασίλειος. Όλες οι αλλαγές και οι προσθήκες έγιναν αβίαστα, χωρίς επαναστάσεις «ανανεώσεις» και «αναγεννήσεις». Τώρα με τη Χάρη του Θεού, έχουμε τη Λατρεία μας σε πλήρη τελειότητα. Δεν μας χρειάζεται καμμιά αλλαγή, παρά μόνο η προσωπική, η εσωτερική που επιτυγχάνεται με επίμονη και πολύμοχθη πνευματική εργασία, όπως την όρισαν οι Αγιοι. Αυτή η διαπίστωση στενοχωρεί τους επιδόξους αναμορφωτές της Εκκλησίας, τους στερεί κάθε επιστημονικό ενδιαφέρον για την Εκκλησία και κάθε φιλοδοξία να παίξουν ρόλο στην πορεία της. Γι’ αυτό σπεύδουν να κατηγορήσουν τους εμμένοντας στο αναλλοίωτο της Λατρείας ως φονταμενταλιστές. Θα πει κανείς δεν χρειάζεται κάτι καινούργιο για να αντιμετωπίσει η Εκκλησία νέες προκλήσεις; Αν χρειασθεί να αντιμετωπίσει η Εκκλησία νέες προκλήσεις θα το κάμει έχοντας ως βάση την Πίστη και την Παράδοσή της. Τέτοιες προκλήσεις είναι η άρνηση και η ποδοπάτηση της αμωμήτου Λατρείας και της Παραδόσεως, ο Οικουμενισμός, η προσπάθεια εγκλωβισμού της εκκλησιαστικής ζωής στα δίχτυα του ψυχαναλυτικού ολοκληρωτισμού, οι εγκληματικές μεταμοσχεύσεις κλπ. Για όλα αυτά έχει λόγο η Εκκλησία, που τον αρθρώνει στην κατάλληλη στιγμή.

4) «Η βασική φθορά που συνέβη εδώ, και ο μοναχισμός υπήρξε ο βασικός μοχλός γι’ αυτήν —που του χρωστάμε τόσα του μοναχισμού και τώρα και τότε εννοείται— ήταν η εισαγωγή της θεραπευτικής πνευματικότητος αντί της εκκλησιολογικής πνευματικότητος που υπήρχε προηγουμένως με όλα τα στοιχεία του ατομισμού του αισθητισμού…».
Μετά τη Θ. Λειτουργία, το Βυζάντιο, την Υμνογραφία, τη θεολογική γραμματεία, που άλλα προκάλεσαν τον εκφυλισμό της Λατρείας και άλλα τον συγκάλυψαν, δεν μπορούσε ο π. Βασίλειος να αφήσει έξω τον μοναχισμό, το «καύχημα της Χριστού Εκκλησίας», κατά τον Αγιο Ισαάκ τον Σύρο. Σύμφωνα με την ιδεοληψία του π. Βασιλείου η Εκκλησία έχει τη δική της «πνευματικότητα», την εκκλησιολογική, ενώ ο μοναχισμός προβάλλει μιαν άλλη «πνευματικότητα», την «θεραπευτική». Δεν τα είχαμε ξανακούσει αυτά τα πράγματα, αλλά εδώ, στην Ελλάδα μας, που «ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα», μας ήταν γραφτό να ακούσουμε κι αυτό. Υπονοεί ο π. Θερμός, ότι ο μοναχισμός καλλιεργεί μια ατομική πνευματικότητα και προβάλλει πολύ την αισθητική πλευρά με το Τυπικό, τις κανδήλες, τα κεριά, τις καμπάνες και τα τάλαντα κ.λπ. και παραβλέπει την εκκλησιαστική διάσταση της κοινότητος, της Ευχαριστίας κ.λπ. και τελικά επενδύει σε μια ψυχολογικού τύπου θεραπεία του ανθρώπου. Όλα αυτά βέβαια βρίσκονται μόνο μέσα στο μυαλό του. Ας κοιτάξει το Βίο και την Πολιτεία όχι μόνο των παλαιών Οσίων, αλλά και των εσχάτως διαλαμψάντων γερόντων για να δει αν υπάρχουν εκκλησιαστικότεροι άνθρωποι απ’ αυτούς και αν καλλιεργούσαν μια Λατρεία estet, δηλ. αν απολυτοποιούσαν την αισθητική αξία της λατρείας, ή οδηγούσαν εαυτούς και αλλήλους στον Χριστό, στη μετ’ Αυτού κοινωνία και την κοινωνία με τους άλλους και αν φρόντιζαν τη θεραπεία της ψυχής τους από τα δήγματα του αρχεκάκου όφεως. Δεν φαίνεται καθαρά στο λόγο του, αλλά μήπως στην απαξίωση της θεραπευτικής πνευματικότητος, της οποίας κατ’ εξοχήν φορέας είναι ο μοναχισμός, περιλαμβάνει την προσωπική άσκηση, τη νηπτική εργασία, την άσκηση της νοεράς προσευχής και τη Φιλοκαλία, την οποία ύβρισε ο Γιανναράς σαν έκφραση ατομικής ευσεβείας; Μετά απ’ αυτό δεν καταλαβαίνουμε τι εννοεί ο π. Θερμός με τη φράση «χρωστάμε τόσα στο μοναχισμό». Δεν απομένει τίποτα. Ίσως ελέχθη για να προλάβει τις αντιδράσεις κάποιων ακροατών του.

5) «Αυτές οι αλλαγές που είπα ότι έγιναν από τον 5ο μέχρι τον 8ο αιώνα περίπου, παγιώθηκαν κατά τον 13ο και 14ο αιώνα —το Βυζάντιο πλέον αρχίζει να φθίνει— οπότε παγιώνονται αυτά, δεν υπάρχουν κριτικές φωνές… Ήρθε η Τουρκοκρατία η οποία τσιμεντώνει τις αλλοιώσεις αυτές σ’ αυτά τα τετρακόσια χρόνια…».
Έτσι λοιπόν μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η λατρεία της Εκκλησίας, πάντοτε κατά τον π. Θερμό, είναι αμόλυντη και καθαρά μέχρι και τον 4o αιώνα. Νομίζετε; Διαβάστε και τα παρακάτω για να σχηματίσετε σαφή γνώμη:
«Δεν είναι η αλήθεια μόνο στο απώτατο παρελθόν. Δεν είναι η καθαρή λατρεία αυτή που ήταν στους πρώτους αιώνες». Πάει λοιπόν και η τελευταία ελπίδα μας να πιστεύσουμε ότι τουλάχιστον τους πρώτους αιώνες είχαμε μια γνήσια και αληθινή εκκλησιαστική λατρεία που θα ικανοποιούσε τον π. Βασίλειο. Αλλά, όχι! Τότε τι;
«Παρατηρούμε μια πολύ μεγάλη ατολμία γύρω από τη διόρθωσή τους (των αλλοιώσεων), που υπάρχει επείγουσα ανάγκη να γίνει και να αποκατασταθεί η λατρεία, όχι σ’ αυτό που ήταν πριν εισέλθουν τα άλλα στρώματα. Δεν είναι η αλήθεια μόνο στο απώτατο παρελθόν, δεν είναι η καθαρή λατρεία αυτή, που ήταν στους πρώτους αιώνες. Χρειάζονται κριτήρια με τα οποία θα ξεκαθαρίσουμε τι θα μείνει. Τι από τα παλιά τι απ’ τα νεώτερα…».
Νομίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά όχι απλώς σε μια ελιτίστικη αντίληψη για τη λατρεία μας, σε μία ρομαντική ή επιστημονική απόπειρα επαναφοράς κάποιων παλαιοτέρων τυπικών, για μια διαφορετική, καλοπροαίρετη θεώρηση της λατρείας, αλλά μπροστά σε μια μηδενιστική, ανατρεπτική, καταστροφική μανία που δεν έχει όρια. Αν δεν κατεβάζουμε πολύ το επίπεδο του λόγου μας μας θυμίζει με όσα λέγει ο π. Βασίλειος τον παλιατζή που πηγαίνει σε κάποιο εγκαταλελειμμένο σπίτι και «πιάνει δουλειά», βάζοντας σε ένα σωρό τα χρήσιμα και σ’ άλλον σωρό τα άχρηστα. Το λέει με όρους παλιατζίδικου ο π. Βασίλειος: «Χρειάζονται κριτήρια με τα οποία θα ξεκαθαρίσουμε τι θα μείνει. Τι από τα παλιά τι από τα νεώτερα». Ζητάει και κριτήρια. Ποιός θα τα ορίσει; Και βέβαια ο π. Βασίλειος!
«Ποιό είναι το διαχρονικό στοιχείο της λατρείας το οποίο πρέπει να παραμένει ακέραιο; Δοξολογία, ευχαριστία, δέηση». Το θέτει δε και «ως υπόθεση εργασίας». Όσα λέγει ο π. Βασίλειος δίνουν κατ’ αρχήν την εντύπωση ανθρώπου που δεν γνωρίζει από κοντά την Ορθόδοξη λατρεία, η οποία περιλαμβάνει σε όλες τις ακολουθίες και τα τρία αυτά στοιχεία. Όμως, όχι. Τα γνωρίζει αυτά ο π. Βασίλειος. Εκείνο που θέλει να πει είναι ότι θα κρατήσει ως υπόθεση εργασίας μόνο αυτά τα τρία στοιχεία, στοιχεία που έτσι ξεκομμένα υπάρχουν σ’ όλες τις ομολογίες και θρησκείες, και θ’ αρχίσει το ξήλωμα όλης της λατρείας. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν ότι ο π. Βασίλειος μάχεται και για την τέλεση της Λατρείας στη δημοτική γλώσσα, για την κατάργηση του ράσου, για την ενεργότερη συμμετοχή των ποικίλων ψυχο–επαγγελματιών στη ζωή της Εκκλησίας καταλαβαίνουμε ότι στην φανταστική περίπτωση που θα δινόταν σ’ αυτόν και τους συμφρονούντας μ’ αυτόν η εξουσία να ρυθμίσουν τη λατρεία δεν θα έμενε λίθος επί λίθου. Είναι και βιαστικός επιζητώντας «από χθες» θεσμικές αλλαγές και αλλαγές συνειδήσεων! «…το μεγάλο ερώτημα… είναι από πού θα έλθει το ποθούμενο; Δηλαδή θα προέλθει από την αλλαγή της λατρείας ή από αλλαγή των συνειδήσεων; …δηλ. οι θεσμικές αλλαγές θα αλλάξουν τα πράγματα στην Εκκλησία ή τα πρόσωπα; …χρειαζόμαστε αλλαγές και στα δύο επίπεδα. Ο,τι μπορούμε να κάνουμε για το ζήτημα του εκκλησιολογικού φρονήματος, το οποίο πάσχει, με την κατήχηση, το κήρυγμα, την εξομολόγηση, τον γραπτό λόγο… πρέπει να το κάνουμε, από χτες ήδη. Και ο,τι μπορούμε να κάνουμε για τη λατρεία να ανταποκριθεί στο όραμα της αυτό το τριπλό —δοξολογία, ευχαριστία, δέηση—…πρέπει να το κάνουμε κι αυτό από χθες». Δεν χρειάζεται να παρατείνουμε το λόγο μας. Από τα παραθέματα των λόγων του π. Βασιλείου Θερμού έγινε φανερή η αντίθεσή του στο απαύγασμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας που είναι η λατρεία της, η αντιπάθεια στο Βυζάντιο, τη μήτρα της Ρωμιοσύνης, και η επικριτική του στάση ακόμη και έναντι της Θ. Λειτουργίας. Όλα αυτά απαρτίζουν μια μηδενιστική εκκλησιαστική στάση, και συνιστούν μια ιδιότυπη αίρεση, καθώς «αιρείται», προτιμά να χαράξει το δικό του δρόμο, αντίθετο από την Οδό της Εκκλησίας, καθώς πλαγίως μεν αλλά σαφώς χλευάζει και περιφρονεί τους Αγίους και τα έργα τους. Η επιθυμία του να πραγματοποιήσει το φαντασιακό όραμα όλων των φιλόδοξων λειτουργιολόγων για τέλεια, καθαρή Λατρεία, πράγμα που, κατά τον π. Βασίλειο, δεν κατόρθωσε ούτε η αρχαία Εκκλησία, τον ωθεί στις παράλογες, αντορθόδοξες και επικίνδυνες τοποθετήσεις και προτάσεις του. Νομίζουμε γι’ αυτό ότι η στάση όλων μας, κληρικών, λαϊκών και μοναχών έναντι αυτών των ιδεών είναι αυτονόητη.

Τις θέσεις του κειμένου υπογράφουν οι κάτωθι ιερείς:
π. Ιωάννης Φωτόπουλος, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Αττικής. π. Αθανάσιος Μηνάς, πρώην εφημ. Ι. Ν. Αγ. Ελευθερίου Άρεως. π. Γεώργιος Διαμαντόπουλος εφημ. Ι. Ν. Αγ. Ανδρέου Λαυρίου. π. Βασίλειος Κοκολάκης εφημ. Ι. Ν. Υψώσεως Τ. Σταυρού Χολαργού. π. Σταύρος Τρικαλιώτης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Αττικής. π. Αντώνιος Μπουσδέκης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Νικαίας. π. Γεώργιος Παπαδάκης εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Αμαρουσίου. π. Νικόλαος Πουρσανίδης εφημ. Ι. Ν. Παμ. Ταξιαρχών Αχαρνών. π. Γεώργιος Χρόνης, εφημ. Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου Παιανίας. π. Χαράλαμπος Θεοδώσης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Νεκταρίου Κ. Κηφισιάς. π. Ιωάννης Χατζηθανάσης, εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Αττικής. π. Ευθύμιος Μουζακίτης, εφημ. Ι. Ν. Αγ. Κοσμά Αιτ. Αμαρουσίου. π. Χρήστος Κατσούλης, εφημ. Ι. Ν. Παναγίας Βλαχερνών Αμαρουσίου. Αρχιμ. Σαράντης Σαράντος εφημ. Ι. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Αμαρουσίου.

Σημειώσεις
1. Στο Γ. ΦΙΛΙΑ, Παράδοση και εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας, σ. 248. 2. ΑΡΧΙΜ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΑΧΑΡΩΦ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1993, σ. 376. 3. π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ, Η Εκκλησία προσευχομένη (μτφρ. Πρωτοπρ. Δ. Τζέρπος) εκδ. Ακρίτας Αθήνα 1991. 4. Θέλοντας να μιλήσουμε επί της ουσίας των σκέψεων του π. Θερμού δεν ασχολούμεθα με τα ανωτέρω ιδεολογήματα και τις υποθέσεις των λειτουργιολόγων, οι οποίοι μελετούν στενόκαρδα σαν ραββίνοι τα κείμενα της Παραδόσεώς της Εκκλησίας μας με τα γυαλιά των δυτικών. Κοιτούν το «γράμμα» και ξεχνούν ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας δεν είναι καταγεγραμμένη. Ότι πολλά ενεργούνταν μέσα στη Λατρεία αλλά όλα, ως αυτονόητα για τους λειτουργούς, δεν καταγράφονταν. Με τη στενόκαρδη αυτή μελέτη τους εξάγουν «πρωτότυπα», αλλά πλήρως εσφαλμένα συμπεράσματα.

Πηγή: (ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, 25 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου  2009)& Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου & tideon.org &alopsis

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

Γιατί εἶναι ἐπικίνδυνες οἱ αἱρέσεις
Ἀλήθεια, δόγμα καί αἵρεση στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση

Μέ τό παρόν τεῦχος συμπληρώνονται 100 τεύχη ἐκδόσεως τοῦ ἐντύπου μας μέ τίτλο «Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις», τό ὁποῖο ἄρχισε νά ἐκδίδεται τόν Μάρτιο τοῦ 1999. 
Ἐπί 18 συναπτά ἔτη ἡ τοπική Ἐκκλησία μας, μέσω αὐτοῦ τοῦ ἐντύπου, ἐνημερώνει τό Ὀρθόδοξο πλήρωμά της γιά ἕνα μεῖζον πνευματικό καί κοινωνικό πρόβλημα, αὐτό τῶν αἱρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, καί παράλληλα ἐπιχειρεῖ νά τοῦ μεταδώσει ἀνόθευτη τή σώζουσα ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή θεωρήσαμε σκόπιμο νά ἀφιερώσουμε τό τεῦχος αὐτό σέ ἕνα γενικότερο θέμα, ἀπαντώντας σέ ἐρωτήματα ὅπως, τί εἶναι αἵρεση, τί εἶναι παραθρησκεία, τί εἶναι καί πῶς λειτουργεῖ τό Ὀρθόδοξο δόγμα, ποιοί κίνδυνοι ὑπάρχουν στίς αἱρέσεις καί πῶς μποροῦμε νά τούς ἀντιμετωπίσουμε.
Οἱ αἱρέσεις, βέβαια, δέν εἶναι σύγχρονο φαινόμενο, εἶναι πολύ ἀρχαῖο. Συναντᾶται ἤδη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπου μεταξύ ἄλλων γίνεται λόγος γιά «αἱρέσεις ἀπωλείας» (Β΄ Πέτρ. 2,1). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἡ αἵρεση ἔχει ἔντονα ἀρνητικό περιεχόμενο καί συνδέεται μέ τήν «ἀπώλεια», τήν (πνευματική) καταστροφή. Τί εἶναι, ὅμως, ἡ αἵρεση; 

Ὁ ὅρος σημαίνει ἐπιλογή (ἀπό τό «αἱροῦμαι» = ἐκλέγω, προτιμῶ). Ὡστόσο, στόν Χριστιανισμό δέν σημαίνει μόνο ἐπιλογή (ἑνός μέρους ἀντί τοῦ ὅλου), ἀλλά σημαίνει ἐπίσης διαστροφή τοῦ ἐπιλεγμένου καί ἀπολυτοποίησή του. Ἐπιπλέον, ἡ ἐπιλογή αὐτή δέν ἀφορᾶ στήν ἀλήθεια γιά τόν κόσμο, ὅπου «τό διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον» κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο (Λόγος ΚΖ΄, 10), ἀλλά στήν Ἀλήθεια γιά τόν Θεό, στήν Ἀλήθεια πού σώζει, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Κι ἄν ἡ Ἀλήθεια αὐτή (ἤ ἕνα μέρος της) διαστραφεῖ, τότε παύει πλέον νά σώζει καί ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια. Μέ ἄλλα λόγια, αἵρεση εἶναι ἡ διαστροφή τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, τῆς Ἀλήθειας πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός μᾶς ἀποκάλυψε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί πού ἡ Ἐκκλησία στή συνέχεια διατύπωσε σέ δόγματα. Κατά συνέπειαν, αἵρεση εἶναι κάθε διατύπωση περί Θεοῦ, πού ἀλλοιώνει τό Ὀρθόδοξο δόγμα. 
Εἶναι, ὅμως, κάτι τόσο σημαντικό ἡ ἀλλοίωση τοῦ δόγματος; Ἡ σωτηρία μας ἐξαρτᾶται ἀπό τό τί πιστεύουμε ἤ ἀπό τό πῶς ζοῦμε; Ἐξαρτᾶται ἀπό τή θεωρία ἤ ἀπό τήν πράξη; Ἡ ἰδεολογία σώζει ἤ ἡ ζωή; Γιά νά ἀπαντήσουμε στά ἐρωτήματα, πρέπει νά ἔχουμε κατανοήσει ὀρθά τήν ἔννοια καί τή λειτουργία τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. Ὁ ὅρος «δόγμα» ἔχει ἀρνητικό περιεχόμενο στήν ἐποχή μας καί εἶναι ἀντιπαθής, γιατί παραπέμπει εὐθέως στόν δογματισμό. Ὄντως, δόγμα θεωρεῖται συνήθως μιά ἀπολυτοποιημένη διατύπωση (θεωρητική, ἠθική, νομική κ.λπ.), πού δέν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση καί ἀποκλείει τήν κριτική καί τόν διάλογο. Στήν ἀπολυτοποίηση τοῦ δόγματος κρύπτεται συνήθως ἡ ἀδυναμία του νά ἀντέξει στήν κριτική. Στήν ἐποχή μας, πού τά πάντα εἶναι ἀντικείμενο κριτικῆς, ἡ ἐμμονή στό δόγμα καί ἡ ἄρνηση τοῦ διαλόγου ἐκλαμβάνονται δικαιολογημένα ὡς νοσηρός δογματισμός. 
Ὡστόσο, αὐτό ἰσχύει μόνο γιά ἀλήθειες, πού ἀφοροῦν στόν κόσμο. Στή Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τό δόγμα λειτουργεῖ ἐντελῶς διαφορετικά. Ἐδῶ τό δόγμα εἶναι μιά διατύπωση, ἀναφερόμενη σέ Ἀλήθεια ἤ Πραγματικότητα, πού ἀπό τή φύση της δέν περιγράφεται. Ἄρα τό (ἐκκλησιαστικό) δόγμα οὔτε περιγράφει, οὔτε πολύ περισσότερο ταυτίζεται μέ τήν Ἀλήθεια. Πολλοί, ἀπό ὑπερβάλλοντα ζῆλο γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν δογμάτων, πιστεύουν ὅτι τό δόγμα ταυτίζεται μέ τήν Ἀλήθεια. Ὅμως, αὐτό εἶναι πλάνη, εἶναι μιά μορφή εἰδωλολατρίας. Μεταξύ δόγματος καί σημαινόμενης Ἀλήθειας ὑπάρχει τεράστια διαφορά, γιατί στή προκειμένη περίπτωση ἡ Ἀλήθεια εἶναι ἄκτιστη, ἐνῶ τό δόγμα εἶναι μιά κτιστή (μέσω κτιστῶν «νοημάτων» καί «ρημάτων») διατύπωσή της. Οὔτε ἀντιστοιχία ὑπάρχει μεταξύ δόγματος καί Ἀλήθειας, ὅπως ὑπάρχει μεταξύ τῶν κτιστῶν πραγμάτων καί τῶν (ἐπίσης κτιστῶν) περιγραφῶν τους, τό δέ γεγονός ὅτι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀκόμη καί μετά τή διατύπωσή της κατάσταση «ὑπέρ ἔννοιαν», «ὑπέρ νοῦν» καί «ὑπέρ λόγον» σημαίνει ὅτι τά δόγματα οὔτε κατανοοῦνται, οὔτε μποροῦν νά γίνουν ἀντικείμενο κριτικῆς. Μᾶλλον ὡς ἀκατανόητες διατυπώσεις ἤ ἀκόμη καί ὡς παραλογισμοί φαίνονται στήν ἀνθρώπινη λογική. 
Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, λοιπόν, τό δόγμα οὔτε περιγράφει, οὔτε ταυτίζεται μέ τήν Ἀλήθεια, ἀλλά ἁπλῶς τήν ἐπισημαίνει καί ὁδηγεῖ σ’ αὐτήν. Τό δόγμα εἶναι πολύτιμο καί ἀναγκαῖο, ὡς δείκτης καί ὁδηγός, ἀλλά δέν ἔχει τόν ἀπόλυτο καί αἰώνιο χαρακτῆρα τῆς ἴδιας τῆς Ἀλήθειας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού διατύπωσαν τά δόγματα, γνώριζαν καλά ὅτι τελικός προορισμός τῶν δογμάτων εἶναι ἡ κατάργησή τους. Ὅταν κάποιος φτάσει στήν Ἀλήθεια (στή θέωση, στή θεοπτία, στήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς), δέν τοῦ χρειάζονται πλέον τά δόγματα. Γιά παράδειγμα, τά δόγματα λειτουργοῦν ὅπως ἀκριβῶς οἱ πινακίδες - ὁδοδείκτες, πού δείχνουν ποῦ εἶναι μιά πόλη. Ἡ πινακίδα δέν ταυτίζεται μέ τήν πόλη (ἀλλοῦ εἶναι ἡ πινακίδα καί ἀλλοῦ ἡ πόλη). Εἶναι πολύτιμη καί ἀναγκαία, ὅσο βρισκόμαστε μακρυά καί ἔξω ἀπό τήν πόλη. Ἄν φτάσουμε ἐκεῖ, τότε α) ἡ πινακίδα δέν ἔχει γιά μᾶς νόημα καί λόγο ὕπαρξης, ἔχει ὅμως γιά ὅσους εἶναι ἀκόμη μακρυά ἀπό τήν πόλη, καί β) ἐπιβεβαιώνουμε μέ τήν προσωπική μας ἐμπειρία ὅτι ἡ πινακίδα (τό δόγμα) ἦταν ὀρθή, ἔδειχνε τή σωστή κατεύθυνση. Τώρα, ἄν κάποιος ἀλλοιώσει τήν πινακίδα, ἄν τήν στρέψει ἀλλοῦ, ἄν ἡ πινακίδα γράφει Ἀθήνα καί τή στρέψει πρός τήν Πάτρα, τότε ὅποιος τήν ἀκολουθήσει θά πλανηθεῖ, θά πάει σέ ἄλλη πόλη, νομίζοντας ὅτι ἔφθασε στόν προορισμό του. 
Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τίς αἱρέσεις. Διαστρέφουν τό δόγμα, πού ὑποδεικνύει τόν προορισμό μας, τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί κατευθύνουν τούς ὁπαδούς τους «εἰς χώραν μακράν», σέ ἄλλη πόλη, τῆς ὁποίας «ἄρχων» καί κυβερνήτης εἶναι ὁ Διάβολος, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι φανερό, ὅτι τό δόγμα καί ἡ αἵρεση δέν εἶναι ἁπλές θεωρητικές διατυπώσεις, οὔτε ἀνθρώπινες ἰδεολογίες χωρίς συνέπειες, ἀλλά δυό διαφορετικοί τρόποι ζωῆς: ἕνας πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία, καί ἄλλος, πού δέν ὁδηγεῖ στή σωτηρία, ἀλλά στήν αἰχμαλωσία τοῦ Διαβόλου. «Δογματική» καί «ἠθική» στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση δέν εἶναι δυό ξεχωριστές ἀλλά δυό συμπλεκόμενες καταστάσεις, δυό ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος. Κατά συνέπειαν, ὁ σοβαρότερος κίνδυνος ἀπό τίς, κάθε μορφῆς, αἱρέσεις εἶναι ὁ πνευματικός κίνδυνος, ὁ ἀποκλεισμός ἀπό τή σωτηρία, ὁ κίνδυνος τῆς αἰώνιας ἀπώλειας. Οἱ αἱρέσεις, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, διαστρέφοντας τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, εἰσάγουν «ἕτερον εὐαγγέλλιον» (Γαλ. 1,6), γι’ αὐτό, ὅποιος «εὐαγγελίζεται» κάτι διαφορετικό, ἀκόμη καί ἄν εἶναι Ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό, θεωρεῖται ἀναθεματισμένος (Γαλ. 1,8). Στό πλαίσιο αὐτό κατανοῦμε τόν ἀγῶνα τῶν μεγάλων Πατέρων ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλά καί τήν ἀγωνία τῆς Ἐκκλησίας νά διατυπώσει μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν της Συνόδων τήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου μέ, κατά τό δυνατόν, ἀκριβέστερους ὅρους, γιά τή διασφάλιση τῆς σωτηρίας τῶν μελῶν της.

Αἵρεση καί παραθρησκεία στή σύγχρονη ἐποχή

Ὡστόσο, τά παραπάνω ἰσχύουν περισσότερο γιά τό παρελθόν. Στήν ἐποχή μας τό φαινόμενο διαφέρει καί ὡς πρός τήν ἔκταση, ὡς πρός τή μορφή του. Οἱ σύγχρονες αἱρέσεις εἶναι πολυάριθμες καί δραστηριοποιοῦνται σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Πολλές ἀπό αὐτές δέν ἐμφανίζονται ὡς θρησκευτικές ὁμάδες καί δέν πολεμοῦν εὐθέως τήν Ἐκκλησία. Στή χώρα μας ἐμφανίζονται ἀκόμη καί μέ Ὀρθόδοξα προσωπεῖα ἤ χρησιμοποιοῦν χριστιανική ὁρολογία καί χριστιανικά κείμενα, διαστρεβλώνοντας τήν ἔννοια καί τό περιεχόμενό τους. Γενικά, οἱ σύγχρονες αἱρέσεις δέν ἀποκαλύπτουν συνήθως τό πραγματικό τους πρόσωπο, ἀλλά ἐμφανίζονται μέ κάθε εἴδους προσωπεῖα, φιλοσοφικά, ψυχολογικά, πολιτιστικά, παιδαγωγικά, ἐπιστημονικά, καλλιτεχνικά, ἀθλητικά κ.ἄ. Ὅπως, λοιπόν, ἐξελίσσονται τά πάντα, ἔτσι ἐξελίσσεται καί ἡ ἔννοια τῆς αἵρεσης, μέ ἀποτέλεσμα νά εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τήν διευρύνουμε καί νά συμπεριλάβουμε σ’ αὐτήν ὁμάδες μέ διδασκαλία ἀσυμβίβαστη μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν ἀνήκουν στόν χριστιανικό χῶρο.
Ἔτσι, ἐμφανίζονται σήμερα, α) οἱ κατά κυριολεξίαν αἱρέσεις, οἱ ὁμάδες μέ χριστιανικά ἤ ψευδοχριστιανικά χαρακτηριστικά, καί β) συγκροτημένες ὁμάδες, ἤ ἁπλῶς διδασκαλίες, πού δέν ἐντάσσονται στόν χριστιανικό χῶρο, ἀκόμη καί ὅταν χρησιμοποιοῦν χριστιανική ὁρολογία, καί δέν ἀποδέχονται τήν πίστη στόν Χριστό, ἀκόμη καί ὅταν ὁμιλοῦν περί «χριστοῦ». Οἱ ὁμάδες αὐτές τῆς δεύτερης κατηγορίας ὀνομάζονται «παραθρησκεῖες» ἤ «παραθρησκευτικές ὁμάδες», δεδομένου ὅτι διαφοροποιοῦνται ἀκόμη καί ἀπό τίς («γνωστές» κατά τό Ἑλληνικό Σύνταγμα) μονοθεϊστικές θρησκεῖες. Διεθνῶς ἀποκαλοῦνται «σέκτες» ἤ «λατρεῖες» («cults») καί μεταξύ τους ὑπάρχουν τεράστιες διαφορές, ἀλλά καί κοινά χαρακτηριστικά, ὅπως ἡ ὁλοκληρωτική δομή. Ἡ Ἔκθεση της Γαλλικῆς «Διϋπουργικῆς Ἀποστολῆς γιά τήν καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων», ἐπιχειρώντας νά δώσει ἕναν ὁρισμό τοῦ ὅρου «σέκτα», γράφει: «Ἡ αἵρεση (σέκτα) εἶναι ἕνας σύνδεσμος μέ ὁλοκληρωτική δομή, δηλώνοντας ἤ ὄχι θρησκευτικούς σκοπούς, τοῦ ὁποίου ἡ συμπεριφορά πλήττει τά Ἀνθρώπινα Δικαιώματα καί τήν κοινωνική ἰσορροπία».
Εἶναι φανερό, ὅτι πρόκειται γιά φαινόμενο πολύ πιό ἐπικίνδυνο ἀπό τίς αἱρέσεις τοῦ παρελθόντος. Ἐδῶ, στίς λεγόμενες «νέες αἱρέσεις» («σέκτες»), ἐκτός τοῦ πνευματικοῦ κινδύνου, πού ἰσχύει ὅπως ἀκριβῶς καί γιά τίς παραδοσιακές αἱρέσεις, προκύπτουν νέοι κίνδυνοι φυσικοί, δηλαδή σοβαρές ἀπειλές γιά τό ἄτομο (ἀνθρώπινα δικαιώματα κ.ἄ.), τήν οἰκογένεια, τήν κοινωνία, τόν πολιτισμό καί τήν ἴδια τή ζωή. Τά παραπάνω δέν εἶναι καθόλου ὑπερβολικά, δεδομένου ὅτι δύο τέτοιες αἱρέσεις ὁδήγησαν σέ ὁμαδική αὐτοκτονία ἤ δολοφονία 940 μέλη στό Τέξας τῶν Η.Π.Α. τό 1978 καί 980 μέλη στήν Οὐγκάντα τό 1999. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔχουν κινητοποιηθεῖ στό ἐξωτερικό ἐθνικές κυβερνήσεις, κοινωνικοί φορεῖς καί διεθνεῖς ὀργανισμοί, ὅπως ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, τῆς ὁποίας κορυφαῖα ὄργανα ἔχουν ἐκδώσει ἐπίσημα κείμενα - ὁδηγίες πρός τά μέλη γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος.
Ὁ χῶρος δέν ἐπιτρέπει νά ἀναφερθοῦμε ἀναλυτικά στούς κινδύνους ἀπό τίς σύγχρονες αἱρέσεις. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε ὅτι, σύμφωνα καί μέ ἐπίσημα κείμενα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, αὐτές εὐθύνονται γιά ὁμαδικές αὐτοκτονίες, θανάτους, ἀλλοιώσεις στήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα, ἐπιβουλή τῆς ἐλευθερίας καί τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, κακοποίηση καί θανάτωση ἀνηλίκων, διακίνηση ναρκωτικῶν, ἐμπόριο ὅπλων, κατασκοπεία, παράνομη μετανάστευση, παράνομη ἄσκηση ἰατρικῆς, τρομοκρατία, ἀνεξέλεγκτη κερδοσκοπία, οἰκονομική ἐκμετάλλευση, ἁρπαγή ὁλόκληρης τῆς περιουσίας τῶν μελῶν τους κ.ἄ.
  Γενικά, οἱ σύγχρονες αἱρέσεις ἔρχονται νά καλύψουν (ἐκμεταλλευτοῦν) τά ὑπαρξιακά κενά, πού δημιούργησαν τά ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας καί ἡ ἀποστασία του ἀπό τόν Θεό. Οἱ ἐκπρόσωποί τους ἐμφανίζονται ὡς «ἔμποροι ἐλπίδος», πού ὑπόσχονται τή «σίγουρη» αὐτή τή φορά λύση ὅλων τῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀρκεῖ αὐτός νά τούς παραδώσει τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο, τήν προσωπική του ἐλευθερία, τήν ἀξιοπρέπειά του, καί συνήθως μαζί μ' αὐτά καί ὅλα τά ἐπί τῆς γῆς ἀγαθά του.

Πῶς ἀντιμετωπίζονται οἱ αἱρέσεις

Ἀπό τά παραπάνω εἶναι φανερό, ὅτι στό ἐρώτημα τοῦ τίτλου μας, «γιατί εἶναι ἐπικίνδυνες οἱ αἱρέσεις;», δυό ἀπαντήσεις μποροῦν νά δοθοῦν: α) ἐπειδή ἀπειλοῦν τήν αἰώνια κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τή σωτηρία του, καί β) ἐπειδή ἀπειλοῦν τήν παροῦσα κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τή φυσική ἀκεραιότητά του, ἀλλά καί τίς κοινωνικές του σχέσεις (οἰκογένεια, κοινωνία, κράτος). Πῶς, ὅμως, μποροῦν νά ἀντιμετωπιστοῦν αὐτές οἱ ἀπειλές;
Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι ἡ καλύτερη ἀντιμετώπιση εἶναι ἡ πρόληψη. Γιά τίς παραδοσιακές αἱρέσεις πρόληψη σημαίνει γνήσια πνευματική ζωή, μετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας (Ἐξομολόγηση, Θ. Κοινωνία), μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ (δέν μποροῦμε π.χ. νά μετέχουμε σέ συζητήσεις μέ αἱρετικούς πάνω στήν Ἁγία Γραφή, ὄντες παντελῶς ἄσχετοι τοῦ περιεχομένου της) καί, ἰδιαίτερα, ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία. Ἡ πίστη στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος τῆς σωτηρίας μας, ἀφοῦ στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε καί «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Αὐτή εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», κατά τόν ἀπ. Παῦλο (Α΄ Τιμ. 3,15) καί αὐτή διατυπώνει τά δόγματα, μέσω τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί μέσω τῶν Θεοφόρων Πατέρων της, καί τά διατυπώνει ἀκριβῶς γιά νά τά ἀκολουθοῦν τά μέλη της καί νά σώζονται. Ὄντως, ὅποιος ἔχει αὐτές τίς προϋποθέσεις δέν κινδυνεύει ἀπό τέτοιου εἴδους αἱρέσεις. 
Ὡστόσο, οἱ προϋποθέσεις αὐτές δέν ἀρκοῦν γιά τίς λεγόμενες «νέες αἱρέσεις» ἤ παραθρησκευτικές ὁμάδες. Ἐδῶ «ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος Διάβολος καί ὁ Σατανᾶς, ὁ πλανῶν τήν οἰκουμένην ὅλην» (Ἀποκ. 12,9), ἐπιχειρεῖ νά πλανήσει «εἰ δυνατόν, καί τούς ἐκλεκτούς» (Ματθ. 24,24), δηλαδή κινδυνεύουν ἀκόμη καί οἱ συνειδητοί Χριστιανοί. Αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή οἱ νέες αἱρέσεις παραπλανοῦν μέ τά προσωπεῖα τους (ἀκόμη καί μέ τά Ὀρθόδοξα προσωπεῖα), ἀλλά καί ἐπειδή ἀκολουθοῦν συγκεκριμένα καί μεθοδευμένα βήματα προσηλυτισμοῦ. Ἐνδέχεται, λοιπόν, νά καταλήξει κάποιος νά γίνει μέλος μιᾶς τέτοιας ὀργάνωσης, χωρίς κἄν νά τό συνειδητοποιήσει. Γιά νά ἀποφευχθεῖ αὐτό, ἀπαιτεῖται μιά στοιχειώδης γνώση καί πληροφόρηση γύρω ἀπό τίς ὁμάδες αὐτές.
Σέ ἔντυπο πού κυκλοφόρησε ἡ «Πανελλήνια Ἕνωση Γονέων γιά τήν προστασία τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Πολιτισμοῦ, τῆς Οἰκογένειας καί τοῦ Ἀτόμου» (Π.Ε.Γ.) ἀπαριθμοῦνται τά γνωρίσματα μιᾶς σύγχρονης ἐπικίνδυνης ὁμάδας, πού πρέπει νά γνωρίζουμε γιά νά ἀποφύγουμε τόν κίνδυνο τοῦ προσηλυτισμοῦ. Αὐτά εἶναι:

1) Στήν Ὁμάδα θά βρεῖς ἀκριβῶς ἐκεῖνο, πού μάταια ἀναζητᾶς μέχρι τώρα. «Αὐτή» ξέρει τί εἶναι αὐτό πού σοῦ λείπει.
2) Ἤδη ἡ πρώτη ἐπαφή σοῦ ἀνοίγει μιά ἐντελῶς καινούργια θεώρηση τῶν πραγμάτων.
3) Ἡ κοσμοθεωρία τῆς Ὁμάδας εἶναι ὑπεραπλουστευμένη («καλό» - «κακό») καί ἐξηγεῖ κάθε πρόβλημα.
4) Εἶναι δύσκολο νά ἀντιληφθεῖς τήν πραγματική εἰκόνα τῆς Ὁμάδας. Ἄλλωστε δέν εἶναι ἀνάγκη νά σκέφτεσαι ἤ νά ἐξετάζεις. Οἱ νέοι φίλοι σοῦ λένε: «Αὐτό δέ μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ, πρέπει νά τό βιώσεις, ἔλα στό Κέντρο μας».
5) Ἡ Ὁμάδα ἔχει τόν ἀρχηγό της. Εἶναι ὁ «προφήτης» (μέντιουμ), ὁ γκουρού ἤ ὁ «διδάσκαλος», πού αὐτός μονάχα κατέχει ὅλη τήν «ἀλήθεια».
6) Ἡ διδασκαλία της Ὁμάδας ἰσχύει σάν ἡ μόνη αὐθεντική, αἰώνια ἀληθινή γνώση. Ἡ κατοχυρωμένη ἐπιστήμη, ἡ ὀρθολογιστική σκέψη, ἡ λογική κατανόηση ἀπορρίπτονται σάν διαστρεβλωμένες, ἀρνητικές, σατανικές ἤ σκοταδιστικές.
7) Ἡ κριτική ἀπό παράγοντες ξένους πρός τήν Ὀργάνωση χρησιμοποιεῖται σάν ἀπόδειξη, ὅτι ἡ Ὁμάδα ἔχει δίκιο.
8) Ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου εἶναι κοντά. Ἡ ἀνθρωπότητα ὁδηγεῖται στήν καταστροφή καί μόνο ἡ Ὁμάδα ξέρει πῶς θά σωθεῖ αὐτός ὁ κόσμος.
9) Ἡ Ὁμάδα σου εἶναι ἡ «ἐλίτ». Ὁ ὑπόλοιπος κόσμος εἶναι ἄρρωστος καί χαμένος, στό βαθμό πού δέ συνεργάζεται καί δέν ἐπιτρέπει τή σωτηρία του.
10) «Ἔχεις εὐθύνη στόν Ἑαυτό σου καί στήν Ἀνθρωπότητα. Πρέπει νά γίνεις μέλος ἀμέσως».
11) Ἡ Ὁμάδα ἀπομονώνεται ἀπό τόν κόσμο μέ τήν ἐνδυμασία, τούς κανόνες διατροφῆς, τή δική της γλῶσσα καί τίς δικές της «ἀνθρώπινες σχέσεις».
12) Ἡ Ὁμάδα θέλει νά διακόψεις ὅλες τίς «παλιές» σου σχέσεις, ἐπειδή αὐτές ἐμποδίζουν τήν ἐξέλιξή σου.
13) Ἡ σεξουαλική σου συμπεριφορά ἐλέγχεται ἀπόλυτα. Σοῦ ἐπιβάλλουν τήν ἐπιλογή τοῦ ἐρωτικοῦ συντρόφου, τό ὁμαδικό σέξ ἤ τήν ἀπόλυτη ἀποχή.
14) Ἡ Ὁμάδα καλύπτει ὅλο τό χρόνο σου μέ «ὑποχρεώσεις»: Τή διάθεση ἐντύπων ἤ βιβλίων, τήν ἐπαφή μέ νέα μέλη, τήν παρακολούθηση σεμιναρίων, τό διαλογισμό...
15) Εἶναι δύσκολο νά εἶσαι μόνος σου. Πάντοτε πρέπει νά εἶναι κάποιος τῆς Ὁμάδας μαζί σου.
16) Ἡ Ὁμάδα ἀπαιτεῖ νά ἀκολουθεῖς ἐπακριβῶς τούς κανόνες καί τό «μοναδικό τρόπο σωτηρίας» πού αὐτή σου προσφέρει.
17) Ἄν ἀμφιβάλλεις, ἄν δέ βρῆκες τήν ἐπιτυχία πού σοῦ ὑποσχέθηκαν, «φταῖς μόνον ἐσύ», γιατί δέν πιστεύεις ἀρκετά καί δέν δραστηριοποιεῖσαι, μέ τόν τρόπο πού ἡ Ὁμάδα σοῦ λέει.
Στίς περιπτώσεις, πού κάποιος εἶναι ἤδη μέλος, χρειάζεται πλέον εἰδικός χειρισμός ἀπό τά ἐπί τῶν Αἱρέσεων Γραφεῖα τῶν Ἱ. Μητροπόλεων, ἀπό τήν εἰδική Ἐπιτροπή τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἀπό εἰδικές ὀργανώσεις, ὅπως ἡ «Πανελλήνια Ἕνωση Γονέων». Ἀπαραίτητη εἶναι, φυσικά, ἠ δραστική παρέμβαση τῆς Πολιτείας, τόσο στήν πρόληψη, ὅσο καί στήν ἀντιμετώπιση τοῦ φαινομένου. Ὡστόσο, ἡ γνήσια πνευματική ζωή, ἡ αὐθεντική σχέση μέ τόν τόν Θεό προσφέρει ἱκανοποιητικό βαθμό ἀσφαλείας, ἀφοῦ ἐξουδετερώνει τά «ὑπαρξιακά κενά», πού ἐρχονται νά καλύψουν οἱ νέες αἱρέσεις.

(Κείμενο ἀπό τό ἔντυπο «Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 100, Ἰουλ. - Σεπτ. 2017). Από impantokratoros.gr 

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΥΝ ΤΙΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

Κανὼν ΜΕ´
Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.

Κανὼν ΞΔ´
Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω.


https://kosmas-agrinio-gr.blogspot.gr

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ, ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΒΑΠΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, οἱ συμπροσευχές μετὰ αἱρετικῶν 
καὶ ὁ βαπτισμός τῶν αἱρετικῶν.
Χρύσανθος Πορφύριος Βρέτταρος.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, πιστὸς στὴν ἐκ Θεοῦ θεία παράδοσι τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτῆς τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνάμα, ὡς ἑπόμενος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων και τῶν ἁγίων και θεοφόρων Πατέρων, ἀντιμάχετο τὴν συμπροσευχή μετὰ τῶν ἀκαθάρτων αἱρετικῶν,  εἰς πανορθόδοξον κήρυξιν τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν ὡς δαιμονικοῦ λουτροῦ.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐπιζητεῖ τὴν σωτηρία διά τοῦ βαπτίσματος εὶς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Οἱ Ὁρθόδοξοι συνομολογοῦν μετὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τοὺς λατίνους  ὡς ἀθέως πολύθεους,
"Ἀλλ᾿ ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους ὡς ὄντας ἀθέους τε καί  πολυθέους ἀποβαλλόμεθα καί τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καί ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική ἐκκλησία διά τοῦ Συνοδικοῦ καί Ἁγιορειτικοῦ τόμου, τελέως ἐκκόπτομεν, πιστεύοντες εἰς μίαν θεότητα τρισυπόστατον καί παντοδύναμον, οὐδαμῶς τοῦ ἑνιαίου καί τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτουσαν διά τάς δυνάμεις ἤ τάς ὑποστάσεις"[1] ἀρνητᾶς τοῦ ἐνός τρισυποστάτου Θεοῦ,

«Τοιγαροῦν κατ᾿ αὐτούς ὑποστατικῶς ἔχει τό δημιουργεῖν καί ἁγιάζειν ὁ Υἱός˙ ἀμέσως γάρ καί οὐχ ὡς ὁ Πατήρ ἐμμέσως˙ καί οὕτω κατ᾿ αὐτούς τά φυσικά τῶν ὑποστατικῶν διενήνοχεν οὐδέν˙ οὐκοῦν καί ἡ φύσις τῆς ὑποστάσεως, ὡς μή τρισυπόστατον ἤ τριφυᾶ κατ᾿ αὐτούς εἶναι τόν Θεόν.»[2]
καὶ ἐπομένως ὡς  ἀβαπτίστους ἀκάθαρτους εἰδωλολάτρας.
Ὁ ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου θεολογεῖ  οὔτως
«οὔτε οὖν τὴν πρὸ τοῦ σχίσματος ἀγάπην ὑμᾶς προβάλλεσθαι χρὴ , οὔτε τὴν μετὰ τὸ σχίσμα, μενούσης τῆς αἰτίας τοῦ σχίσματος»[3]
περἰ τῆς ἀρνησιχρίστως προβαλλομένης ἀγάπης ὑπό τῶν  ἐξ Ὁρθοδοξίας κοινωνούντων μετά τῆς λατινικῆς εἰδωλολατρικῆς λύμης, 
«Να αγαπηθούμε! Και τι γίνεται σήμερα; Πνεύμα μέγα αγάπης εξαπλώνεται υπέρ τους Χριστιανούς Ανατολής και Δύσεως. Ήδη αγαπώμεθα. Ο Πάπας το είπε: απέκτησα έναν αδελφόν και του λέγω σ᾽ αγαπώ! Το είπα και εγώ: Απέκτησα έναν αδελφό και του είπα σ᾽ αγαπώ!»[4]
Ἡ ἐν Ὀρθοδοξία ἄρνησις βαπτίσεως τῶν ἀθέως πολύθεων λατίνων, συνιστᾶ ἄρνησιν Χριστοῦ καὶ πραγμάτωσι ἐσφωρικοῦ μίσους πρὸς ἀποστέρησι τῆς ἐν Χριστῶ τῶ  Θεῶ σωτηρίας ἐκ κοιλίας ἄδου. 
Οἱ αἰρετικοί ὁρθοδόξως ὁρίζονται ὡς ἀκάθαρτοι ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου,
«πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις.  Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.» [5]
καὶ οἱ πιστοί ἔχουν τὴν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρὸς χωρισμόν ἐκ τῶν ἀκαθάρτων,
«διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς,  καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» [6]
«Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέτες ῥήξωσιν ὑμᾶς» [7]
Ἡ ἀποδοχή τοῦ δαιμονικοῦ λουτροῦ τῶν αἰρετικῶν ὡς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τῆς  μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας , ὅπως καὶ  ἡ συμπροσευχή μεθ’ αὐτῶν, ἐπιφέρει τὴν ἐνοχή, τῆς ὁμονύμου πρὸς τὸν Χριστιανισμόν  εἰδωλολατρείας ἐπί τῶν ἐξ Ὀρθοδοξίας καταφρονούντων τὴν δι’ Υἱοῦ ἄκτιστον παράδοσιν τῶν ρημάτων τοῦ Θεοῦ Πατρός,   ὡς θεολογεῖ ὁ μεταστᾶς ἡγήτωρ τῶν θεολόγων, ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής,     
«πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει· ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει.  εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε·  ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς.» [8]
Ὁ με΄  ἰερός κανῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὁρίζει  τὸν ἀφορισμόν  ὅσων, εἴτε συμπροσεύχονται , εἴτε ἐπιτρέπουν τὴν ἀποδοχή αἰρετικῆς ἰεροπραξίας,
«Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.»
Ὁ μς΄ ἰερός κανῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει την καθαίρεσιν τῶν κληρικῶν ἐκείνων οἱ ὀποίοι δέχονται τὸ βάπτισμα τῶν αἰρετικῶν,
«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;»
Ἀπὸ τοῦ κειμένου τοῦ π. Ἰωάννη Κωστώφ, ἔχουμε τὴν μαρτυρία τῆς μὴ συμπροσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἰακώβου Τσαλίκη μὲ προτεστάντη, ὡς καί τὴν βάπτιση λατινικῶς καταβαπτισμένης,  ὁμοπίστως τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ  εἰς ὑπακοήν τοῦ ὅρου πίστεως τῆς συνόδου τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1755,
«Καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καὶ ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῷ Κυρίω ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, τῷ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐντειλαμένω βαπτίζειν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος »[9]
εἰς εὐθείαν κατάκρισιν τοῦ ἀπό Φαναρίου και Βατικανοῦ κειμένου τοῦ Balamand,
13 […],«On each side it is recognized that what Christ has entrusted to His Church—profession of apostolic faith, participation in the same sacraments, above all the one priesthood celebrating the one sacrifice of Christ, the apostolic succession of bishops—cannot be considered the exclusive property of one of our Churches. In this context it is clear that rebaptism must be avoided.”[10]
«῾Εκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη Χριστός εἰς τήν᾿Εκκλησίαν του-ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχή εἰς τά αὐτά μυστήρια, κυρίως εἰς τήν μίαν ἱερωσύνην τήντελοῦσαντήν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικήν διαδοχήν τῶν ἐπισκόπων- δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡςἀποκλειστική ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων᾿ΕκκλησιῶνΕἶναι σαφέςὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός» («῾Η Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατά τό παρελθόν καί σημερινή ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας», ᾿Εφ. «Καθολική» φ. 2705/20-7-1993).
τὸ  ὁποίο ἀρνησιχρίστως ἀπαγωρεύει τὴν βάπτιση τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων ἀθέως πολυθέων λατίνων.
Ὠσαύτως ὡς περὶ Λατίνωντὸ Φανάριον ἀρνησιχρίστως ἀπαγωρεύει τὴν βάπτιση τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων Λουθηρανῶν.
 ὁρθόδοξως ὁρθοπραξία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου Τσαλίκη, ἀσφαλῶς δεικνύει τὴν εὐθείαν κατάκρισιν τοῦ ἐκείνου κειμένου, τοῦ  ἀπό Φαναρίου καὶ Βυρτεμβέργης συνομολογοῦντος τήν ἀπαγώρευσιν τῆς  βαπτίσεως   τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων Λουθηρανῶν,
13.[..], «Together, Lutherans and Orthodox echo this declaration and mutually reject proselytism toward each other.»
“Μαζί, οι Λουθηρανοί και οι Ορθόδοξοι συνομολογολυν αυτή τη δήλωση και αρνούνται αμοιβαία τον προσηλυτισμό ο ένας προς τον άλλον”
14. […] «We oppose proselytism, which sows division within existing churches and is counterproductive to Christian unity»[11]
«Αντιτιθέμεθα τον προσηλυτισμό, ο οποίος σπέρνει τη διαίρεση μέσα στις υπάρχουσες εκκλησίες και είναι αντιπαραγωγικός στη χριστιανική ενότητα»
Ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Ἰωάννου Κωστώφ[12]:
Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης:
Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας.
Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό...
Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου.
Διότι αυτό απαιτεί η τάξις.
Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης...
Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη.
Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε:
Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».
Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα...
Χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη.
 ..............................................................................................................

[1] ΕΠΕ 63, 448

[2] ΕΠΕ 51, 108

[3] MANSI 31, 516E

[4]«Αι Πνευματικαι υποθηκαι του Αθηναγορου του Α΄ » Ορθοδοξος Τυπος (365) 13 Ιουλιου 1979, σελ 4

[5]Τιτ. Α΄13-16

[6] Β΄ Κορ. Στ΄.17 

[7] Ματθ. Ζ΄.6

[8] Β΄ Ιω. α΄, 9-11

[9] Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος ΙΙ, Εν Αθήναις 1953, σ. 989-991

[10]The Balamand Agreement, http://www.ewtn.com/v/experts/showmessage_print.asp?number=309141&language=en

[11]COMMON STATEMENT OF THE 15TH PLENARY SESSION OF THE LUTHERAN - ORTHODOX JOINT COMMISSION Lutherstadt Wittenberg, Germany, 31 May - 7 June 2011

https://www.patriarchate.org/el/-/common-statement-of-the-15th-plenary-session-of-the-lutheran-orthodox-joint-commission-lutherstadt-wittenberg-germany-31-may-7-june-2011