ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Π. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ- ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ!

 
Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός:
Τι λένε οι Άγιοι Πατέρες και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας
 
Βάπτισμα
Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)
Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.
Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).
 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.
Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιος αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «τον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373)
Αλλά και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, η Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τούς Λόγους της Γραφής, ταυτίζοντας τη σωτηρία και την αναγέννηση με το βάπτισμα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο διάλογο με τον Νικόδημο (Ίω. γ' 1-21) και ονομάζει το βάπτισμα «λοχείαν», δηλαδή τοκετόν και «νέον δημιουργίας τρόπον... εξ ύδατος και Πνεύματος», «και αν ερωτήση κανείς ‘πως από ύδωρ;', τότε πρέπει να δοθεί η απάvτηση: Όπως ακριβώς εις την αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτό το χώμα και το παν ήτο έργο του Δημιουργού, έτσι και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του Πνεύματος'» (Χρυσ., Εις τό Ιω., ομιλ ΚΕ' 2).
«Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωσεν ο Χριστός αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά. Έτσι και το βάπτισμα, η μεν δωρεά του ύδατος γίνεται με αισθητόν πράγμα, αλλά το συντελούμενον, δηλαδή η αναγέννησις και ανακαίνισις είναι νοητά. Διότι, εάν μεν ήσουν ασώματος, γυμνά θα σου παρέδιδε τα ασώματα αυτά δώρα. Επειδή όμως η ψυχή είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα, με αισθητά πράγματα σου παραδίδει τα νοητά» (Χρυσ., Εις το Ματθ., όμιλ. ΠΒ' 4)
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (381) αναφέρει τρεις γεννήσεις: «την σωματική, την δια του βαπτίσματος και την δια της αναστάσεως» (Λόγος Μ' 2, Εις το άγιον βάπτισμα).
Αλλά και οι Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, όπως ο Αυγουστίνος, ονομάζουν το βάπτισμα «μυστήριον αναγεννήσεως». Γι' αυτό και όποιος αρνείται τον νηπιοβαπτισμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγία Γραφή, αλλά και με το «τυπικό της Εκκλησίας, πού παραδόθηκε από παλαιά και τηρείται πάντοτε» (Αύγουστ., Έπιστ. πρός Σίξτο VII 32. Χ 43).
Το γεγονός της ταύτισης του βαπτίσματος με την αναγέννηση δεν σημαίνει βέβαια πώς το βάπτισμα μας απαλλάσσει από τον προσωπικό αγώνα για την διατήρηση και την καρποφορία του πνευματικού δώρου. Αντίθετα η Εκκλησία εύχεται στον Κύριο να αναδείξει τον νεοφώτιστο «αήττητον αγωνιστήν κατά των μάτην έχθραν φερομένων κατ' αυτού» και να δώσει σ' αυτόν «πάντα μελετάν εν τω νόμω σου και τα ευάρεστά σοι πράττειν».
Όπως αναφέρθηκε, το βάπτισμα μας «ενδύει» τον Χριστό και μας εισάγει στο Σώμα του Χριστού, δηλαδή στη «βασιλεία του Θεού» (Ίω. γ' 3-5), όμως αυτός είναι ο «αρραβών» (Β' Κορ. ε' 5. Έφεσ. α' 14), τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί και να χάσει. Άλλωστε η περίοδος του αρραβώνα, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι περίοδος δοκιμασίας. Γι' αυτό και απαιτείται άσκηση και αγώνας (Α' Θεσ. ε' 6-11. Α' Πέτρ. ε' 8-9).
 
Νηπιοβαπτισμός
 Όπως αναφέραμε, στην ορθόδοξη Εκκλησία η αναγέννηση ταυτίζεται με το άγιο βάπτισμα, δεν προηγείται του βαπτίσματος. Το βάπτισμα είναι σωτηρία, γι' αυτό και δεν το στερούμε από τα μικρά παιδιά. Ο Κύριος παρήγγειλε πώς δεν πρέπει κανείς να εμποδίζει τα παιδιά να λάβουν τη χάρη (Ματθ. ιθ' 14).
 Ο άγιος Ειρηναίος († 202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι' αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι' αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τούς έχοντας την ηλικίαν αυτήν...» (Ειρ.,MPL 7,784).
Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων... μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε' 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).
Ο Τερτυλλιανός, κάτω από αιρετικές επιδράσεις αντιτίθεται στην τότε πράξη της Εκκλησίας και αναφέρει: «Γιατί η αθώα ηλικία σπεύδει εις την άφεσιν των αμαρτιών; Επιθυμεί ίσως να συμπεριφερθεί σε πρόσκαιρα πράγματα με μεγαλύτερα προσοχή, και τα θεϊκά αγαθά να εμπιστευθεί σε κάποιον, στον όποιον δεν εμπιστεύεται ακόμη τα γήινα;» (Τερτυλ, Περί βαπτ. 18).
Ο άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί οτι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να Καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ' 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;». «Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, ,αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι' αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες »(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, πού γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ' 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ' 7) και υπογραμμίζει:
«Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, πού ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ' 28, ΕΠΕ 4,339).
«Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).
 
Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχρηστιανικών ομάδων
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας, Δρ.Φιλοσοφίας

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

ΗΡΑΚΛΗΣ ΡΕΡΑΚΗΣ: ΜΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ Π. Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΗ!

 «Μια βασική διαφορά της Ορθοδοξίας από τις Θρησκείες,
που αφορά στη σωτηρία μας, κατά τον Καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη»
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων
 
Πολλές φορές, παρακολουθώντας τις θέσεις και τις απόψεις, που εκφράζονται από  κάποιους παράγοντες του Τύπου ή εκπροσώπους διαφόρων φορέων, για εκκλησιαστικά θέματα, διαπιστώνουμε ότι οι πλείστοι από αυτούς δεν γνωρίζουν τον πραγματικό ρόλο της Εκκλησίας και δεν κατανοούν ότι, σύμφωνα με τη φύση της αλλά και με τον σκοπό της υπάρξεώς της, η Εκκλησία είναι διαφορετική από  αυτό που ονομάζουμε «Θρησκεία» ή «Θρησκείες».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία,  καλεί τους πιστούς της στη μόνη Οδό, στην μόνη Ζωή και στη μόνη Αλήθεια, που είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και που αποτελεί τον μοναδικό τρόπο ζωής για τη σωτηρία όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Όντως η εν Χριστώ σωτηρία των ανθρώπων δεν έρχεται διά Μαγείας στον άνθρωπο, αλλά μέσω της Ασκήσεως και της Καθάρσεως, δηλαδή, μέσω της θεραπείας του ανθρώπου, από τα πάθη, έργο, που έχει αναλάβει και διακονεί η Εκκλησία.
Η  θρησκεία, από την άλλη πλευρά, είναι  πανανθρώπινο φαινόμενο, καθώς δεν υπάρχει λαός ή έθνος, που να μην πιστεύει σε κάποιον Θεό, δεν υπάρχει άνθρωπος, που να μην πιστεύει κάπου, ακόμα και αν αυτό δεν είναι κάτι πνευματικό, αλλά κάτι υλικό, φθαρτό και γήινο.
Από τις πρώτες αναζητήσεις των ανθρώπων ήταν ο Θεός ή οι Θεοί, άλλοτε, για να αντιμετωπίσουν προσωπικές καταστάσεις της ζωής τους και, άλλοτε, για να ερμηνεύσουν, γενικότερα, κοσμοθεωρητικά θέματα.
Η ορθοδοξία, όμως, όπως διδάσκει ο Καθηγητής μας, Μακαριστός π. Ιω. Ρωμανίδης, «ξεχωρίζει από τις Θρησκείες, από ένα μοναδικό φαινόμενο, που δεν υπάρχει σ’ αυτές, το ανθρωπολογικό και θεραπευτικό», διότι η Ορθοδοξία, προσφέρει μια αγωγή, που θεραπεύει την ανθρώπινη προσωπικότητα.
Η Ορθοδοξία είναι Αποκάλυψη του Θεού, που στοχεύει στην διά του Ιησού Χριστού λύτρωση των ανθρώπων. Προς τούτο, δεν έχει, σαν κύρια μέριμνά της, την προετοιμασία των μελών της για την μετά θάνατον ζωή, για να τους εξασφαλίσει, δηλαδή, μια θέση στον Παράδεισο.
 Υπάρχει, βέβαια, μια μερίδα πιστών, που «έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία, αποκλειστικά, με την αιώνια ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ’ αυτήν την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο».
Μια άλλη μερίδα πιστών, επίσης, ενδιαφέρονται, όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως, γι’ αυτήν εδώ τη ζωή. Δηλαδή, για το πώς θα τους βοηθήσει η Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ’ αυτήν τη ζωή…, να μην αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να πηγαίνουν καλά οι δουλειές τους, οπότε, αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν, κατά πολύ, από τους πιστούς των Θρησκειών».
Και αυτό, καθώς, κατά παρόμοιο τρόπο, κάποιες Θρησκείες ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους, που ζουν σε αυτήν τη ζωή, «ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις ασθένειες, τις θλίψεις, τις στεναχώριες, τις καταστροφές, τους πολέμους, δηλαδή, να καλούν τους Θεούς τους να τα τακτοποιούν όλα, κατά τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους. Παράλληλα, επίσης, θέλουν τους Θεούς βοηθούς, για να φροντίζουν και για τη μέλλουσα ζωή, ώστε να επικρατήσει η δικαιοσύνη και να επανέλθει η ψυχή τους στην ευδαιμονία.
Θρησκεία, για τον Καθηγητή π. Ιω. Ρωμανίδη, σημαίνει δεισιδαιμονία. Ο Θρησκευόμενος, δηλαδή, «καταφεύγει στη θρησκεία  είτε για βοήθεια, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες του, στον κόσμο αυτόν, είτε από τον φόβο του θανάτου, είτε από φτώχεια, είτε από ψυχολογική ανασφάλεια».
Στο πλαίσιο αυτό κάποιες Θρησκείες συνδέονται στενά με τη Μαγεία, ως εξευμένιση του Θεού, με τη Δεισιδαιμονία, ως ταύτιση του Θεού με την κτίση και με τον Μυστικισμό, ως επαναφορά της αθάνατης ψυχής στον κόσμο των ιδεών, από τον οποίο εξέπεσε. 
Και οι τρεις αυτές περιπτώσεις (Μαγεία, Δεισιδαιμονία, Μυστικισμός), κατά τον π. Ιω. Ρωμανίδη, «συνιστούν πνευματική ασθένεια, αφού είναι πίστη σε έναν ανύπαρκτο Θεό. Η Ορθοδοξία γνωρίζει καλώς τη νόσο της θρησκείας και τον Ιατρό που τη θεραπεύει, δηλαδή, τον Κύριο της Δόξης, τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων ημών».
Εκείνος, θεράπευσε τη νόσο αυτή στους φίλους και πιστούς Του, προ της Ενσαρκώσεώς Του και συνεχίζει, ως Θεάνθρωπος, να την θεραπεύει και να αγιάζει τα μέλη της, με το Σώμα και το Αίμα του στην Εκκλησία Του.
Μάλιστα, ο π. Ιω. Ρωμανίδης τονίζει, από θεολογικής πλευράς, ότι οι οπαδοί των Θρησκειών χαρακτηρίζονται από τους Πατέρες, ως άθεοι, γιατί πιστεύουν και λατρεύουν έναν Θεό, προϊόν της διάνοιας ή της φαντασίας τους, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.
Οι Χριστιανοί  διδάσκονται και βοηθούνται από τον Χριστό, να αποβάλουν τη Μαγεία, τη Δεισιδαιμονία, τον Μυστικισμό, να αρνηθούν, συνεπώς, τα είδωλα και τη λατρεία τους και να μετέχουν στην Άκτιστη ενέργεια του Θεού.
Όντως, οι πιστοί των Θρησκειών φαίνεται ότι δεν διαφέρουν από τους άθεους, διότι και οι μεν και οι δε, εν γνώσει ή εν αγνοία τους, πιστεύουν σ’ έναν ανύπαρκτο Θεό.
Επομένως, όταν μιλάμε για πίστη του ανθρώπου στον Θεό, εννοούμε την πίστη στον αληθινό και πραγματικό και όχι στον φανταστικό Θεό.
Στην Ορθοδοξία, ωστόσο, ο Ενανθρωπήσας Θεός και Θεάνθρωπος είναι Εκείνος, που, συνέδεσε, στο ίδιο το Σώμα του, τον αληθινό Θεό και τον αληθινό Άνθρωπο και προσδιόρισε, με τη διδασκαλία Του, το περιεχόμενο της αληθινής και συγκεκριμένης αποκαλυπτικής πίστεως των πιστών.
Το Άγιο Πνεύμα, επίσης, είναι Εκείνο, που τη χορηγεί, χαρισματικά, ως προσωπική Πεντηκοστή, ανάλογα με την πνευματική καθαρότητα και δεκτικότητα εκάστου και η οποία   επικεντρώνεται σε τρία στάδια θεραπευτικής αγωγής: Στην κάθαρση, στον Φωτισμό και στη Θέωση.
Κατά τον Καθηγητή π. Ιω. Ρωμανίδη, μάλιστα, «οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στον άνθρωπο μετά θάνατον, αλλά για το τι θα γίνει ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον, δεν υπάρχει θεραπεία του νου, οπότε πρέπει, σ’ αυτήν τη ζωή, ν’ αρχίσει η θεραπεία, διότι “εν τω Άδη, ουκ έστι μετάνοια”».
Κάθε άνθρωπος, από θεολογικής πλευράς, «είτε είναι Ορθόδοξος, είτε Βουδιστής, είτε Ινδουϊστής, είτε άθεος, είτε αγνωστικιστής, θα δει τη δόξα του Θεού, κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητας, στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά, με μια διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν τη δόξα του Θεού, ως Φως γλυκύτατο και ανέσπερο, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού, αλλά, ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίει. Το γεγονός ότι όλοι θα δούμε  την ίδια δόξα του Θεού είναι αληθινό και αναμενόμενο, που θα γίνει, είτε το θέλομε, είτε όχι».
Οπότε, στην Εκκλησία, δεν προετοιμαζόμαστε, για να δούμε τον Δοξασμένο Θεό, διότι αυτό θα γίνει οπωσδήποτε, αλλά, για να μπορέσουμε να τον δούμε, ως Ευλογημένο Φώς, που αναπαύει και όχι ως φωτιά, που κατακαίει.
Αυτή η προετοιμασία  των μελών της Εκκλησίας αλλά και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεό, ως Φως ευφρόσυνο, είναι, στην ουσία της, μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίσει και να τελειώσει σ’ αυτήν τη ζωή.
Όλοι οι άνθρωποι, επομένως, ως έχοντες την εικόνα του Θεού και τον προορισμό να φτάσουμε στην ομοίωσή μας με τον Θεό, μέσω της Χάριτός Του, χρειαζόμαστε θεραπεία, διότι όλοι έχουμε ευθύνη, ενώπιον του Θεού, να αρχίσουμε και να τελειώσουμε αυτό το έργο, σήμερα, σ’ αυτήν τη ζωή, διότι μόνον σ αυτήν τη ζωή μπορούμε να το κάνουμε και, μόνον εμείς οι ίδιοι, ευθυνόμαστε γι’ αυτό, στο πλαίσιο της συμμετοχής μας  στην εκκλησιαστική και μυστηριακή ζωή.
Ο Χριστός μας υπέδειξε τον Εαυτό Του, ως τον δρόμο, λέγοντας: «Εγώ ειμι η Οδός» (Ιω. 14, 6). Ποια Οδός, όμως; Η Οδός, όχι μόνον προς την άλλη ζωή, αλλά, πρωτίστως, η Οδός της μετανοίας, της θεραπείας και της επιστροφής στον Θεό σ’ αυτήν εδώ τη ζωή. Η Οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας.
Ο Χριστός, ήλθε και έρχεται, «ο αυτός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8), διά της διαρκούς Θείας Του Αποκαλύψεώς, εν Πνεύματι Αγίω, και καλεί όλους τους ανθρώπους στην Εκκλησία Του, δείχνοντάς τους τον δρόμο προς τον Πατέρα.
 Στον κάθε άνθρωπο υπάρχουν δύο επιλογές ή να ακούσει και να πιστέψει τον Χριστό ή να ακούσει και να πιστέψει τον διάβολο. Το λέει ο ίδιος ο Ιησούς, δείχνοντας τον θεραπευτικό ρόλο της πίστεως, εν τη Εκκλησία: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16).
Εκείνοι, που θα ακούσουν και θα υπακούσουν στην Κλήση Του για συμπόρευση, στην Οδό Του, είναι, όπως λέει σε άλλη διδασκαλία Του ο  Χριστός, «οι υιοί της Βασιλείας, οι δίκαιοι», οι οποίοι, στην Τελική Κρίση, «εκλάμψουσιν, ως ο ήλιος εν τη Βασιλεία του Πατρός αυτών». Θα μπορούν, συνεπώς, να βλέπουν Τον Θεό και εδώ και στην άλλη ζωή, ως λυτρωτικό και σωτήριο Φως, που θα ευφραίνει.
Εκείνοι, που δε θα ανταποκριθούν και δεν θα συμπορευτούν με τον Χριστό, σε αυτήν τη ζωή, στο πλαίσιο της προληπτικής θεραπευτικής μεθόδου της Εκκλησίας, είναι «τα ζιζάνια, οι υιοί του πονηρού», οι ποιούντες «τα σκάνδαλα και τις ανομίες», τους οποίους οι Άγγελοι του Θεού, «συλλέξουσιν και βαλούσιν αυτούς εις την κάμινον του πυρός». Δεν θα μπορούν, συνεπώς, να βλέπουν το Φως της Δόξας του Θεού, όπως θα το βλέπουν οι δίκαιοι, αλλά ως Φως κολάσεως, που θα κατακαίει.
Και επειδή ο δίκαιος Κριτής «αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού» (Ρωμ. 2, 6),  η θέα του Θείου Φωτός, είτε ως (θέωση) είτε ως (κόλαση), είναι θέμα ελεύθερης επιλογής του τρόπου ζωής κάθε ανθρώπου, ο Ιησούς κλείνει την περιγραφή της Κρίσεως λέγοντας: «Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Αυτός που έχει αυτιά, για να ακούει και να ρυθμίζει τη ζωή του, ας ακούει) (Ματθ. 13, 36-43).
 
thriskeftika.blogspot.com

Κυριακή 23 Ιουλίου 2023

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ!

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Διαφορά Ορθόδοξων, Καθολικών και Προτεσταντών
 
- (Πατήρ Πλακίδας): Γέροντα, ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθόδοξων και Καθολικών;
- ( Ο Γέροντας έδειξε το κελί του): Το βλέπεις αυτό το κτίριο;
- Το βλέπω.
- Αν βγάλουμε τη λάσπη που υπάρχει, δεν θα στηρίζονται οι πέτρες μεταξύ τους. Αυτό κάνουν οι Καθολικοί. Έβγαλαν το στήριγμα και αποσταθεροποίησαν το οικοδόμημα της Εκκλησίας.
- Τι γίνεται, Γέροντα, με τους Προτεστάντες;
- Α! Αυτοί είναι πιο έξυπνοι. Έβγαλαν και τα πετραδάκια που υπάρχουν και προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τις μεγάλες πέτρες μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα οικοδόμημα. 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΠΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΙΑΤΡΟΣ!


 
Ο Χριστός μόνο στην Ορθόδοξη παράδοση αποκαλείται ιατρός 

"Αν ψάξετε στην Παπική ή στην Προτεσταντική παράδοσι, αυτή η επωνυμία για τον Χριστό, ως ιατρό, δεν υπάρχει πουθενά! Ο Χριστός μόνο στην Ορθόδοξη παράδοση αποκαλείται ιατρός.  

Γιατί όμως αυτή η παράδοση έσβησε από τους Παπικούς και τους Προτεστάντες και, όταν τους μιλάμε για θεραπευτική αγωγή, ξαφνιάζονται;  

 Διότι η ανάγκη της καθάρσεως και του φωτισμού, η ανάγκη της εσωτερικής αλλαγής έφυγε από τους ανθρώπους αυτούς στην δική τους Θεολογία. Γι αυτούς εκείνος που αλλάζει δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός! Ο άνθρωπος γι’ αυτούς δεν αλλάζει. 

Το μόνο πράγμα που κάνει ο άνθρωπος γι αυτούς είναι ότι γίνεται καλό παιδί. Και όταν ο άνθρωπος από κακό παιδί που ήταν γίνη καλό παιδί, τότε ο Θεός τον αγαπά. Διαφορετικά, τον αποστρέφεται! Αν παραμένη ή γίνεται κακό παιδί, τότε ο Θεός δεν τον αγαπά!

 Δηλαδή, αν ο άνθρωπος γίνη καλό παιδί, τότε αλλάζει και ο Θεός και γίνεται καλός. Και από εκεί που δεν τον αγαπούσε, τώρα τον αγαπά ! Όταν ο άνθρωπος γίνεται κακό παιδί, ο Θεός θυμώνει και, όταν ο άνθρωπος γίνεται καλό παιδί, ο Θεός χαίρεται! 

 Αυτό δυστυχώς γίνεται στην Ευρώπη. Αλλά το κακό είναι ότι αυτό δεν γίνεται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γίνεται και στην Ελλάδα και σε πολλούς μέσα στην Εκκλησία αυτό το πνεύμα επικρατεί. Έχει καταντήσει να είναι η Ορθοδοξία μία θρησκεία, που ο Θεός αλλάζει διαθέσεις!" 

π. Ιωάννης Ρωμανίδης 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΘΕΪΣΜΟΣ

 Θεός και επιστημολογικός αθεϊσμός!!!
 
Στην εποχή μας, όπως έχουμε δει και ακούσει όλοι, διεξάγεται ένας έντονος διάλογος για τη θέση της πίστης σε σχέση με κάποια πορίσματα και θεωρίες της επιστήμης. Κάποιες φορές οι πιστοί παρεξηγούν την επιστήμη συνολικά, ενώ οι άνθρωποι που δηλώνουν «άθεοι», συχνά ασκούν πίεση στους πιστούς, σχολιάζοντας ότι η πίστη είναι κάτι «παράλογο» και αυτό τάχα, το «επιβεβαιώνει» η επιστήμη.
Φυσικά, ούτε η Εκκλησιαστική πίστη βρίσκεται εκτός λογικής (αφού δεν έχει ως αρχή κάποια ανεξέλεγκτη αποδοχή θέσεων, αλλά σχετίζεται με τις έννοιες της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας με βάση τα βιώματα και τη μαρτυρία της πρωτοχριστιανικής κοινότητας αλλά και των μεταγενέστερων αγίων της), ούτε από την άλλη, ο ρόλος της επιστήμης είναι να υπηρετεί την εκάστοτε κοσμοθεωρία. Σκοπός της επιστήμης είναι απλώς να μελετά το επιστητό, και όχι να παράγει δήθεν «επιστημονικά» συμπεράσματα στηριγμένα σε θρησκειο-φιλοσοφικά επιχειρήματα.
Θα πρέπει, για παράδειγμα, να πάψουμε να ακούμε προβληματικά «πορίσματα» του τύπου: [α)] «είναι πιθανόν ο άνθρωπος να είναι κρίκος στην Εξέλιξη των ειδών», [β)] «ΑΡΑ η παρουσία του ανθρώπου στη γη δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας κάποιου Δημιουργού»!
Ας είμαστε κατηγορηματικοί απέναντι σε αυτές τις αυθαιρεσίες. Από τα ‘α)’ και ‘β)’, ΜΟΝΟ το πρώτο αποτελεί πρόταση σχετική με την επιστήμη, ενώ το δεύτερο είναι θρησκειο-φιλοσοφική τοποθέτηση! Όταν κάποιος προσπαθεί να τα κολλήσει μαζί, το ‘β)’ ως δήθεν συνεπαγωγή του ‘α)’, προφανώς νομίζει ότι συζητάει σε καφενείο για να περνάει την ώρα του. Διότι, ακόμα κι αυτούς που πιστεύουν πως ο άνθρωπος εμφανίστηκε διαμέσου της «Εξέλιξης», τίποτα δεν τους εμποδίζει να βρίσκεται η διαδικασία αυτή υπό την επιστασία του Δημιουργού. Το διαδίκτυο, δυστυχώς, είναι γεμάτο από προσπάθειες, να μετατραπεί η επιστήμη σε υπηρέτη των διαφόρων ιδεολογιών.
 
Βεβαίως, αυτά τα φαινόμενα υπάρχουν επειδή η πλευρά των «άθεων» ξεχνά πάντα ότι βασική διδασκαλία της Ορθοδοξίας είναι η οντολογία περί Κτιστού και Ακτίστου, όπου το Άκτιστο, δηλ. ο Τριαδικός Θεός δεν έχει ουδεμία σχέση στη φύση/ουσία Του με οτιδήποτε άλλο στην κτιστή Δημιουργία, είτε αυτό είναι υλικό (ορατός κόσμος), είτε είναι πνευματικό (ψυχή, άγγελοι κ.λπ.). Ο Θεός, δεν ανήκει στο επιστητό. Αιώνες πριν υπάρξει καν η έντονη αντι-χριστιανική πολεμική του Διαφωτισμού, η Εκκλησιαστική διδασκαλία αποσαφηνίζει ότι, ποτέ, ουδεμία πρόοδος επιστημονική, δεν θα μπορέσει να οδηγήσει στην εργαστηριακή εξέταση και απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όσο κι αν θα το ήθελε η πλευρά των απίστων ή η πλευρά των πιστών, κανείς ΠΟΤΕ δεν θα μπορέσει να «αποδείξει» τον Θεό, με τον τρόπο που η επιστήμη παρέχει αποδείξεις για κάποια πτυχή του επιστητού.
Αυτό σημαίνει ότι είναι απολύτως αδύνατο να συγκρουστεί οποιαδήποτε στιγμή της ιστορίας, το «πως» (έρευνα της επιστήμης για τη Δημιουργία) με το «ποιος» (εκκλησιαστική πίστη στον Τριαδικό Θεό και Δημιουργό) της Δημιουργίας.
Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Μέγας Βασίλειος, μπορούμε να αποδεχτούμε την γη ως «αφ’ εαυτής εδραζομένην» στα πλαίσια των φυσικών νόμων, χωρίς αυτό να μας εμποδίζει να ομολογήσουμε ότι η Δημιουργία βρίσκεται «εν τη χειρί του Θεού».
Καθώς, ήδη από τον 4ο αιώνα, μας διδάσκει με έναν λόγο, από τον οποίο «δεν απουσιάζει η λογική και η νομοτέλεια μέσα στις φυσικές διαστάσεις», ο Μέγας Βασίλειος απαλλάσσει τον πιστό σήμερα από περιττές έγνοιες και προβληματισμούς σχετικά με οποιαδήποτε πορίσματα ή θεωρίες της επιστήμης στο ζήτημα της Δημιουργίας.
Επιπλέον, θα ήταν άτοπο να μιλάμε για «σύγκρουση» πίστης και επιστήμης, όταν σύμφωνα με την εκκλησιαστική νομοθεσία, πολλά επαγγέλματα που απαιτούν σπουδές και επιστημονικό υπόβαθρο θεωρούνται «συμβατά με την ιδιότητα του Κληρικού» όπως «του ηλεκτρονικού, του τεχνικού [...] ερευνητικά επαγγέλματα: Φυσικοί, Χημικοί, Βιολόγοι, Μεταλλειολόγοι, Γεωλόγοι, Σεισμολόγοι, Γεωχημικοί, Μετεωρολόγοι, Αστρονόμοι, Αστροφυσικοί κ.ά. [...] Επαγγέλματα Κοινωνικής και Ανθρωπιστικής φύσεως: Ψυχολόγοι, Κοινωνικοί Λειτουργοί, Νοσηλευταί [...]» και πολλά άλλα.
 
Απαραίτητες διευκρινήσεις
Για να αποφύγουμε τις όποιες παρεξηγήσεις, θα θέλαμε στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσουμε το νόημα της ορολογίας που χρησιμοποιούμε.
Ως αποδεδειγμένο «πόρισμα της επιστήμης» θεωρούμε κάθε αποτέλεσμα μιας εργαστηριακής έρευνας το οποίο, απ’ όσο γνωρίζουμε, θεωρείται δεδομένο και δεν συναντά ισχυρές αμφιβολίες από τους ειδικούς. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι είναι δυνατόν να γίνει μια «χαρτογράφηση» του DNA και ότι αυτά τα στοιχεία που εικονίζονται στις οθόνες των Η/Υ των ερευνητών αντιπροσωπεύουν κάποιον «χάρτη» του DNA, το θεωρούμε «πόρισμα της επιστήμης».
Δεν θεωρούμε όμως «πόρισμα της επιστήμης» την πρόταση π.χ. ότι, καλό είναι αφού μάθουμε τα πάντα για το DNA να κλωνοποιήσουμε ανθρώπους. Αυτό δεν είναι επιστημονικό πόρισμα αλλά μία ΠΡΟΤΑΣΗ εφαρμογής του επιστημονικού πορίσματος, απέναντι στην οποία δικαιούμαστε φυσικά να διαφωνούμε.
Ακόμα και ως προς την γνωστή «θεωρία της Εξέλιξης» η οποία  συχνά γίνεται αντικείμενο συζήτησης, δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε την δημιουργία σύγχυσης: σχετική με την επιστήμη θα μπορούσε να θεωρηθεί ΜΟΝΟ η έρευνα για τον μηχανισμό της «Εξέλιξης». Το αν όμως υπάρχει Δημιουργός πίσω από τον μηχανισμό αυτό, είναι θρησκειο-φιλοσοφικό ερώτημα και δεν ανήκει σε καμία επιστήμη και σε κανέναν δήθεν «επιστήμονα».
Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι:
Η αναφορά αποκλειστικά σε εργαστηριακές έρευνες σχετικά με τον μηχανισμό της «Εξέλιξης», είναι επιστήμη. Η κατάχρηση όμως των ερευνών της θετικής επιστήμης γενικά, και το άπλωμά τους σε χώρους που ανήκουν στη θρησκεία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία ή την κοινωνιολογία, ονομάστηκε και εξακολουθεί να ονομάζεται «επιστημονισμός», και αποτελεί ένα ξεπερασμένο ιδεολογικό φαινόμενο το οποίο αδιαφορεί για τον πολύπλοκο χαρακτήρα των οργανικών όντων, των ψυχικών λειτουργιών και των κοινωνικών φαινομένων.
 
Ο μηχανισμός εμφάνισης των ειδών που προσπαθούν να διατυπώσουν οι επιστήμονες, ονομάζεται «Εξέλιξη». Όταν όμως στα επιστημονικά ευρήματα προσδίδουμε αυθεντία και για χώρους που ανήκουν στη θρησκεία ή τη φιλοσοφία, αυτό αφορά την τάση του επιστημολογικού αθεϊσμού και δίκαια μπορεί να ονομάζεται «εξελικτισμός», με την έννοια ότι αφορά πλέον μια ιδεολογία και μια κοσμοθεωρία αλλά όχι την επιστήμη καθεαυτή.
Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, συγγραφέας του βιβλίου «Η Περί Θεού Αυταπάτη»: όσο παραμένει στα πλαίσια μιας ανάλυσης του μηχανισμού εμφάνισης των ειδών, είναι επιστήμονας, θεωρητικός της «Εξέλιξης». Όταν όμως πάει να εμπλέξει εκεί την παρουσία ή όχι του Δημιουργού και τις ύβρεις του ενάντια στον χριστιανισμό, τότε μετατρέπεται σε έναν πιστό της ιδεολογικής πρότασης του «Εξελικτισμού». Το γεγονός που τον αναδεικνύει σε μέγιστο απατεώνα της εποχής μας, είναι ότι προσπαθεί να περάσει τις προτάσεις του «Εξελικτισμού», κρυμμένες κάτω από το μανδύα της θεωρίας της «Εξέλιξης». Αυτή η αδίστακτη εκμετάλλευση της επιστήμης στο όνομα της ιδεοληψίας του, αποτελεί εκτροχιασμό εξαιτίας του οποίου έχει δεχτεί δυσμενή σχόλια και κριτικές από συναδέλφους του.
Φυσικά, η αντίθεση του χριστιανισμού προς τον «Εξελικτισμό» δεν μένει μόνο στο βασικό ερώτημα περί Θεού, αλλά πίσω από το ιδεολόγημα αποκαλύπτει και έναν βαθύτερο κίνδυνο για τον ανθρώπινο πολιτισμό:
Εάν κάποιος στην κοσμοθεωρία του αρνείται να δει σχέσεις προσώπων και αποδέχεται μόνο την επικράτηση του ισχυροτέρου, τότε εξαγιάζεται ο νόμος της ζούγκλας και το δίκαιο του ισχυρού. Η ισχύς του δικαίου παραμερίζεται, και η επικράτηση του δυνατού (σε οικονομία, κράτη,  φυλές, φύλα κ.λπ.) φεύγει από τη σφαίρα της παθογένειας (και της αμαρτίας) και μετατρέπεται σε ύψιστη αξία, απενοχοποιώντας την αλληλοεξόντωση και την επικυριαρχία σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής. Και τελικά, ποιος ωφελείται από τον Κοινωνικό Δαρβινισμό, από μια εδραίωση του νόμου της ζούγκλας στις συνειδήσεις και στις κοινωνίες; Τα απροστάτευτα μέλη της, ή μήπως τα «σαρκοβόρα» πάσης φύσεως;
Δεν θα πρέπει λοιπόν ο χριστιανός να παραλείψει όλα αυτά από τον αντίλογό του, ώστε να αποκαλύψει ότι πίσω από τον Εξελικτισμό δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά μια νοσηρή προσπάθεια να δικαιωθεί η απόλυτη κυριαρχία των ενστίκτων, που για τα ζώα μπορεί να είναι αποδεκτή, για τον άνθρωπο όμως αποτελεί οπισθοδρόμηση σε εποχές από τις οποίες πέρασε με πολύ κόπο και αίμα. Άλλο λοιπόν «Εξέλιξη» και άλλο «Εξελικτισμός», ο οποίος αποτελεί, σαφέστατα, ιδεολογία.
 
Πίστη και Επιστήμη κατά τον Μ. Βασίλειο
Ο Μ. Βασίλειος ήταν ένας σοφός δάσκαλος, ένας από τους τρεις ιεράρχες, τους τρεις επίσημα αναγνωρισμένους Οικουμενικούς Διδασκάλους της Ορθοδοξίας.
Πολυμαθής και ανθρωπιστής, έφερε τον μοναχισμό και τα μοναστικά ιδρύματα στις πόλεις και στην υπηρεσία των αρρώστων και των αδυνάτων. Σπούδασε στην Αθήνα φιλολογία, φιλοσοφία και ρητορική, ενώ έλαβε και βασικές γνώσεις ιατρικής.
Ας εξετάσουμε τώρα μια πολύ σημαντική ρήση αυτού του σπουδαίου Πατέρα της Εκκλησίας από τις ομιλίες του «εις την εξαήμερον», η οποία σχετίζεται απόλυτα με το ζήτημα που μας απασχολεί, για τη σχέση Δημιουργού και επιστήμης στην Ορθόδοξη Παράδοση:
«Τούτων δ’ αν σοι δοκή τι πιθανόν είναι των ειρημένων [από αυτά δηλ. που λένε «τινες των φυσικών», επί την ούτω ταύτα διαταξαμένην του Θεού σοφίαν μετάθες το θαύμα. Ου γαρ ελαττούται επί τοις μεγίστοις έκπληξις, επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή· ει δε μη αλλά το γε απλούν της πίστεως ισχυρότερον έστω των λογικών αποδείξεων».
 
Το οποίο σημαίνει:
«Εάν δε νομίζης ότι κάποιο εξ αυτών, που λέγουν οι φυσικοί, είναι πιθανόν, μετάθεσε τον θαυμασμόν σου προς την σοφίαν του θεού, η οποία τοιουτοτρόπως τα εκανόνισε. Διότι δεν ελαττούται η έκπληξις δια τα μέγιστα, όταν ανακαλυφθή ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι εκ των παραδόξων. Ειδεμή η απλότης της πίστεως ας είναι ισχυροτέρα των λογικών αποδείξεων».
Στην ανάλυσή μας επάνω στο εδάφιο αυτό, θεωρήσαμε καλό να ξεκινήσουμε από την τελευταία φράση, η οποία έχει τύχει ποικίλης αντιμετώπισης: «το γε απλούν της πίστεως ισχυρότερον έστω των λογικών αποδείξεων».
Είναι αλήθεια ότι η φράση αυτή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για όποιες αντιδράσεις πιστών κατά επιστημονικών θεωριών, κάποιες φορές εκλαμβάνεται με έναν τρόπο που πιστεύουμε ότι υποβιβάζει το πνεύμα αυτού του σπουδαίου Πατέρα της Εκκλησίας. Το νόημα που μερικές φορές της δίδεται, είναι κάτι σαν: «από τα πορίσματα της επιστήμης, εσείς να αποδεχτείτε μόνο εκείνα που συμβαδίζουν με την πίστη σας».
Η ερμηνεία αυτή, φαίνεται να δίνει ένα φτωχό περιεχόμενο σε όλο το εδάφιο, το οποίο πλέον, μοιάζει με συμβουλή του στιλ: «αν η βαρύτητα θεωρείτε ότι εναντιώνεται στην πίστη σας, εσείς θα λέτε ότι δεν υπάρχει βαρύτητα» (ή ότι η γη είναι επίπεδη κ.λπ. κ.λπ.)! 
Αν όμως ο Μ. Βασίλειος ήθελε να δώσει αυτό το φτωχό και παράδοξο νόημα στο εδάφιό του, τότε δεν θα ήταν τόσο απόλυτος λέγοντας:
 
«ΔΕΝ ΕΛΑΤΤΟΥΤΑΙ η έκπληξις διά τα μέγιστα, ΟΤΑΝ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗ ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι εκ των παραδόξων».
Αυτή είναι μια θέση που διατυπώνεται ευθέως και με σαφήνεια από τον Μ. Βασίλειο, και δεν εμπεριέχει κανέναν ελιγμό: μας λέει ξεκάθαρα ότι κανένα απολύτως δεδομένο, σημερινό ή μελλοντικό, επιστημονικά ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ δεν έχει τη δύναμη να μας οδηγήσει μακριά από τον θαυμασμό μας για τη σοφία του Θεού (επισημαίνουμε το «αποδεδειγμένο», διότι ο Μ. Βασίλειος μιλάει για πράγματα που έχουν «εξευρεθή» και όχι για όσα δεν έχουν οριστικοποιηθεί ακόμα. Και αυτά όμως, όταν και ΑΝ, πράγματι «εξευρεθούν», μπορούμε επίσης να τα αποδεχτούμε).
Αυτό σημαίνει ότι άσχετα με το «πώς» της Δημιουργίας, αυτό που θα παραμένει ως αιώνια αλήθεια και σύμφωνο με τα δεδομένα της θείας αποκάλυψης, είναι το «ποιος», το οποίο θα συνδέεται πάντα με τον Ένα και Τριαδικό Θεό.
Δεν υπάρχουν λοιπόν τα περιθώρια για αλλοίωση των λόγων του Μ. Βασιλείου. Άλλωστε λίγο παρακάτω μας λέει πάλι ο ίδιος, ότι η Γραφή «παρέλειψε να αναφέρη πολλά» σχετικά με τη Δημιουργία. Αυτό όμως δεν έγινε για να καθίσουμε εμείς άπραγοι και παθητικοί, αλλά για να ασχοληθούμε με όσα είναι δυνατόν να  βρούμε. Διότι η Γραφή - λέει ο Μ. Βασίλειος- «τα παρέλειψε […] διά να εξασκή τον νουν μας προς επιμέλειαν, εκ των ολίγων αφορμών παρέχουσα έδαφος να σκεπτώμεθα έπειτα και διά τα υπόλοιπα».
Κατά συνέπεια, με τη φράση «ειδεμή η απλότης της πίστεως ας είναι ισχυροτέρα…», όπως γράφει ο καθ. Νίκος Ματσούκας, «ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει το γεγονός ότι υπάρχει περίπτωση να μη γνωρίζεται ο τρόπος με τον οποίο έγιναν τα παράδοξα. Τότε μπροστά σ’ αυτή την κατά φύση οριακή κατάσταση, η απλότητα της πίστης είναι ισχυρότερη από τις λογικές αποδείξεις».
Και συνεχίζει:
«Αναφερόμενος ο Μ. Βασίλειος στην επιστημονική άποψη του Αναξίμανδρου για τη γη ως μετέωρη και ακίνητη, λέει στο ακροατήριο του ότι μπορεί τούτο να είναι πιθανό, και τότε την τάξη αυτή θα έχει πραγματώσει η σοφία του Θεού. Αλλά δεν ελαττώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία του Θεού, όταν βρούμε τον τρόπο με τον οποίο έγιναν όλα αυτά τα θαυμαστά. Ειδάλλως η απλή πίστη είναι ισχυρότερη από τις λογικές αποδείξεις. Εδώ ο Μ. Βασίλειος διακρίνει το ‘ποιος’ της δημιουργίας από το ‘πώς’. Το δεύτερο ανήκει στην επιστήμη, και όταν υπάρχει μπορούμε να το αποδεχτούμε».
 
Ακολουθώντας την ερμηνεία αυτή, μπορούμε να κατανοήσουμε και τη φράση του Μ. Βασιλείου, «εάν δε νομίζης ότι κάποιο εξ αυτών, που λέγουν οι φυσικοί, είναι πιθανόν».
Καταρχάς, όταν ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεί τη λέξη «πιθανόν» και επικαλείται την απλότητα της πίστεως, αναφέρεται σε πράγματα που είναι ακόμα συγκεχυμένα και θεωρίες που αλληλο-καταρίπτονται και άρα η επιστήμη δεν έχει οριστική απάντηση γι’ αυτά:
            «Τα ίδια δε αυτά δυνάμεθα να είπωμεν και περί του ουρανού, ότι πολλά και συγκεχυμένα συγγράμματα συνεγράφησαν υπό των σοφών του κόσμου περί της φύσεως του ουρανού. Και άλλοι μεν έχουν ειπεί [...] Άλλοι δε περιφρονούντες ταύτα ως απίθανα [...] Ημείς, λοιπόν, αφίνοντες εκείνους να καταρρίπτη ο ένας τας θεωρίας του άλλου», ας μείνουμε στο γεγονός ότι «εποίησεν ο θεός τον ουρανόν και την γην».
Κατά συνέπεια, πουθενά δεν προτείνει μια αυθαίρετη επιλογή όπου ο καθένας μας σύμφωνα με το τι νομίζει «πιθανό» αποφασίζει με το «έτσι θέλω» ποια επιστημονικά πορίσματα είναι σωστά.
Επιπλέον, στην εποχή του Μ. Βασιλείου, η φιλοσοφία, η επιστήμη και οι διάφορες κοσμοθεωρίες, συχνά βρίσκονταν να περιπλέκονται σε ένα ενιαίο έργο των λογίων της εποχής (π.χ. Νεοπλατωνικοί) αλλά και των παλαιοτέρων φιλοσόφων.
Δηλαδή, ένα κομμάτι της φιλοσοφίας την εποχή εκείνη, ήταν και η φυσική επιστήμη (που σήμερα είναι εντελώς αυτόνομη), η οποία πολλές φορές εμφάνιζε κάποια συμπεράσματα ως αποτέλεσμα μιας συλλογιστικής και όχι ως αποτέλεσμα σαφούς αποδείξεως με την αξία που έχει σήμερα μια εργαστηριακή απόδειξη.
Όταν λοιπόν κάποιοι φιλόσοφοι/επιστήμονες της εποχής έλεγαν π.χ. ότι η ύλη ήταν αδημιούργητη, αυτό λεγόταν όχι επειδή μπορούσε πραγματικά να αποδειχτεί, αλλά επειδή αποτελούσε μέρος της τότε φιλοσοφικο-θρησκευτικής κοσμοθεωρίας. Το αδημιούργητο της ύλης δεν μπορεί ούτε καν σήμερα να αποδειχθεί και βεβαίως, είναι αδύνατο να αποκλείσει κάποιος τον Δημιουργό, όταν πιστεύουμε ότι είναι μιας άλλης φύσης και ουσίας από αυτή του κόσμου μας και έτσι είναι αδύνατο να εντοπίσει κάποιος σε ένα εργαστήριο την παρουσία Του και τον ρόλο Του σε όλο αυτό το θαύμα.
 
Άρα, μια θεωρία που μπορεί να εμφανιστεί περί αδημιούργητης ύλης και ανυπαρξίας του Θεού (έτσι όπως τον κατανοεί η Εκκλησιαστική πίστη), για εμάς σήμερα θα πρέπει να θεωρείται υπέρβαση του ρόλου της επιστήμης. Στην εποχή του Μ. Βασιλείου όμως, ο φιλόσοφος-επιστήμονας μπορούσε να διατυπώσει τέτοιες θεωρίες. Αναφερόταν λοιπόν και σε αυτούς, όταν έλεγε, «εάν δε νομίζης ότι κάποιο εξ αυτών, που λέγουν οι φυσικοί, είναι πιθανόν».
Αν λοιπόν «οι φυσικοί» δηλ. οι επιστήμονες, μιλήσουν για ανυπαρξία του Θεού, εμείς γνωρίζουμε δεν «είναι πιθανόν» να γνωρίζουν κάτι τέτοιο, διότι δεν εντάσσεται στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους.
Κατά συνέπεια, εδώ υπάρχει μια νοητή γραμμή η οποία υποδεικνύει ένα αδιαπέραστο όριο για τη φυσική επιστήμη και θα πρέπει αυτό να το επισημάνουμε και να το διαχωρίσουμε. Σε αυτό ακριβώς το σημείο της υπέρβασης, θα μιλήσει «η απλότητα της πίστης». Όποιος μιλά για ανυπαρξία του Θεού μπορεί να κρατήσει τις απόψεις του, και εμείς όμως μπορούμε να κρατήσουμε την πίστη που μας παραδόθηκε μέσα από όσα βίωσε και είδε με τα μάτια της η πρώτη Εκκλησία.
Αν όμως, αυτό που λένε «οι φυσικοί» δηλ. οι επιστήμονες, «είναι πιθανόν», δηλ. βρίσκεται μέσα στα πραγματικά πλαίσια της επιστήμης τους, εμείς μπορούμε να το δεχόμαστε, και για όλα όσα μαθαίνουμε για το «πώς» της Δημιουργίας, να μεταθέτουμε τον θαυμασμό μας «προς την σοφίαν του Θεού».
Με τον τρόπο αυτό ο Μ. Βασίλειος διαφοροποιήθηκε από τις θέσεις που ανέπτυξε ο δυτικός σχολαστικισμός, ο οποίος προσπάθησε να εντάξει τον Θεό σε μια συζήτηση περί επιστημονικών επιχειρημάτων. Είναι χαρακτηριστικό για να κατανοήσουμε τη διαφορά στην αντίληψη Πατέρων και σχολαστικών, ότι οι τελευταίοι, «επιχείρησαν με βάση την αριστοτελική φιλοσοφία ως προς τη σχέση ύλης και είδους να εξηγήσουν τον τρόπο της μεταβολής του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα του Χριστού», πράγμα που ουδέποτε απασχόλησε τους πατέρες της Εκκλησίας.
 
Ο Θεός των «κενών»
Ως συνέχεια του σχολαστικισμού, η απολογητική γραμμή που ακολούθησαν οι δυτικοί θεολόγοι από τον 18ο αιώνα και εξής, ενέπλεξε τη θεολογία τους σε ένα αδιέξοδο (όπως και κάποιων Ορθοδόξων που επηρεάστηκαν από αυτούς). Για κάθε τι που δεν γνώριζε (ακόμα) η επιστήμη, φρόντιζαν οι θεολόγοι να ορίζουν ως άμεση αιτία τον Θεό για να καταφέρουν μια άμεση απάντηση στην πίεση των άθεων. Αυτό όμως τελικά ήταν κάτι που έβλαψε την πίστη των ανθρώπων: διότι, όταν κάποια στιγμή η επιστήμη κατέκτησε αυτό που μέχρι τότε ήταν κενό γνώσης, αυτομάτως ο Θεός «εξορίστηκε» από αυτό, και «τοποθετήθηκε» στο αμέσως επόμενο κενό που είχε τότε η γνώση της επιστήμης.
Αυτό όμως δεν μπορεί να συνεχίζεται αιώνια. Δημιουργεί προφανείς και εύλογες αμφιβολίες στον άνθρωπο, ότι τελικά ο Θεός ίσως και να μην βρίσκεται πουθενά.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν διδάξει ξεκάθαρα ότι άλλο οι φυσικοί νόμοι και άλλο ο Δημιουργός ο οποίος είναι αδύνατο να ερευνηθεί και να μελετηθεί από την επιστήμη. Είχαν επίσης διδάξει ότι τα πάντα στη Δημιουργία είναι υπό την επιστασία Του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να τον γνωρίζουμε και δεν πίστευαν σε έναν Θεό των «κενών» αλλά στην καθολικότητα της «πανταχού» παρουσίας Του. Οι δυτικοί όμως θεολόγοι από την εποχή του Διαφωτισμού και μετά, κινούμενοι αντίθετα από τους Πατέρες της Εκκλησίας, επικαλούνταν όσα πορίσματα της επιστήμης θεωρούσαν ευνοϊκά για την πίστη ως «απάντηση» στους άθεους. Έτσι όμως, κατά έναν επιπόλαιο τρόπο, αναγνώριζαν δικαιοδοσία στην επιστημονική γνώση να χρησιμοποιήσει τα δικά της μέτρα και σταθμά για να δικαιώσει ή όχι την πίστη! Και φυσικά, το χειρότερο όλων ήταν ότι σε αντίθεση με την πανταχού παρουσία του Θεού της Ορθόδοξης θεολογίας, μετέβαλλαν την πίστη και την ύπαρξη του Θεού σε ένα …συμπλήρωμα της επιστημονικής γνώσης!
Αυτή την θεολογία που έκρυβε τελικά τεράστιες παγίδες, περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο στο βιβλίο του ο Francis S. Collins, ένας εξέχων επιστήμονας, επικεφαλής του προγράμματος Human Genome Project (Σχέδιο Ανθρώπινου Γονιδιώματος).
Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πόσο κοντά κινείται ένας σημερινός, δυτικός επιστήμονας, σε όσα είπε ο Μ. Βασίλειος πριν από 16 αιώνες!
 Όπως λοιπόν ο Μ. Βασίλειος μας διδάσκει πως «όταν ανακαλυφθή ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι εκ των παραδόξων», εσύ «μετάθεσε τον θαυμασμόν σου προς την σοφίαν του θεού», ο Francis Collins, 16 αιώνες μετά, γράφει:
 
«Για μένα δεν υπάρχει ίχνος απογοήτευσης από αυτές τις ανακαλύψεις για τη φύση της ζωής -το αντίθετο! Πόσο θαυμάσια και περίπλοκη ανακαλύπτεται να είναι η ζωή! Πόσο βαθιά ικανοποιητική είναι η ψηφιακή κομψότητα του DNA! Πόσο αισθητικά γοητευτικά και αρτιστικά υπέροχα είναι τα συστατικά των ζώντων οργανισμών, από το ριβόσωμα που μεταφράζει το RNA σε πρωτεΐνη, στη μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα, στο μυθικό φτέρωμα του παγωνιού που προσελκύει το ταίρι του. Η εξέλιξη ως μηχανισμός, μπορεί και πρέπει να είναι αληθινή. Αλλά αυτό δε λέει τίποτα για τη φύση του Ποιητού. Γι' αυτούς που πιστεύουν στο Θεό, αυτοί είναι λόγοι για να αισθανθούν περισσότερο δέος, όχι λιγότερο».
Οι Πατέρες λοιπόν της Εκκλησίας, ως αυθεντικοί εκφραστές της Εκκλησιαστικής Θεολογίας, αποτελούν ασφαλείς οδηγούς για την ουσία και τον σκοπό της Εκκλησιαστικής πίστης, η οποία, σίγουρα, δεν έχει ως σκοπό να μπει εμπόδιο στην επιστημονική έρευνα (θυμίζουμε ότι άλλο είναι η καθαρή «επιστημονική έρευνα» και άλλο η αποδοχή των εφαρμογών ή ιδεολογιών που προτείνουν κάποιοι, βασιζόμενοι στα πορίσματα της επιστήμης).
Άλλωστε, η Εκκλησιαστική πίστη δεν αποτελεί κάποια «αντιπρόταση» προς την επιστημονική έρευνα, και όπως σημειώνει ο καθ. Γεώργιος Πατρώνος, η «εικονογραφία και […] υμνολογία της [Εκκλησίας], προτιμά να βλέπει τον Μωυσή, τον ιερό συγγραφέα του βιβλίου της Γένεσης, περισσότερο ως προφήτη, ως αρχιερέα και ποιμένα, παρά ως ιστορικό συγγραφέα, με τη σημερινή κοσμική έννοια, ή ως θεωρητικό διερευνητή του προβλήματος της δημιουργίας».
Η ίδια λοιπόν η θεολογική έκφραση της Ορθοδοξίας μέσα από την υμνογραφία και αγιογραφία της, διαψεύδει την πορεία της δυτικής θεολογίας, η οποία προσπάθησε αυθαίρετα, να μετατρέψει σε επιστημονικά εγχειρίδια τα ιερά κείμενα, μοναδικός σκοπός των οποίων είναι να μεταδώσουν σωτηριώδεις, ηθικοδογματικές αλήθειες και την ακλόνητη πεποίθηση για έναν Θεό «ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων».
 
oodegr

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ: Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑ, ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ!

Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής: Ο Θεός δεν έχει περιγραφή και τέρμα· ούτε και οι ιδιότητές Του είναι δυνατό να έχουν. Μπαίνοντας ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσα στους κόλπους της θεώσεως, πάσχει όλες αυτές τις ιδιότητες τις ατέρμονες, τις αψηλάφητες, τις ανεξιχνίαστες, τις απέραντες. Γι’ αυτό είπα ότι η μετάνοια δεν έχει τέρμα.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: "Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ".

 Όλοι θέλουμε να δώσει ο Θεός ενότητα πίστεως στον κόσμο. Μα εσείς τα μπερδεύετε τα πράγματα. Άλλο η συμφιλίωση των ανθρώπων και άλλο η συμφιλίωση των θρησκειών. Ο Χριστιανισμός επιβάλλει ν' αγαπάμε με όλη μας την καρδιά τους πάντες, όποια πίστη και αν έχουν! Συγχρόνως όμως μας διατάζει  να κρατάμε αλώβητη την πίστη μας και τα Δόγματά της. Σαν Χριστιανοί πρέπει να ελεείτε όλο τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους! Ακόμη και την ζωή σας να δώσετε γι' αυτούς. Αλλά τις Αλήθειες του Χριστού δεν έχετε δικαίωμα να τις θίξετε. Γιατί δεν είναι δικές σας. Η πίστη του Χριστού δεν είναι ιδιοκτησία μας να την κάνωμε ό,τι θέλομε.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

ΑΚΗΛΙΔΩΤΟ ΚΑΤΩΠΤΡΟ

 ΑΚΗΛΙΔΩΤΟ ΚΑΤΩΠΤΡΟ

 Η Παναγία είναι το ακηλίδωτο κάτωπτρο, που πάνω της συγκεντρώθηκαν οι ακτίνες του ήλιου της Θεότητος. Φιλοξένησε μέσα της τη φωτιά της Θεότητος, τον σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Θεού και Θεό αληθινό. Δέχτηκε το πυρ της Θεότητος, χωρίς η ίδια να καεί, όπως δεν κάηκε η φλεγόμενη βάτος που είδε ο Μωυσής ( Έξοδος 3,2). Μεταδίδει φωτιά, αλλά η ίδια παραμένει άθικτος.  Πώς έγινε η Παναγία Θεοτόκος; Πώς μέσα της χώρεσε τον Θεόν; Το ερώτημα αυτό διατυπώνει και ο υμνογράφος των Χριστουγέννων: " Ο Αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί; Ο εν κόλποις του Πατρός πώς εν αγκάλαις της μητρός; " ( Από τα καθίσματα του όρθρου των Χριστουγέννων). 
  Αλλά από τη στιγμή,  που ο Θεός γίνεται άνθρωπος, συστέλλεται και διαστέλλεται, ανάλογα με το χώρο που φιλοξενείται. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στο άγιο Ποτήριο. Ο Αχώρητος Θεός συστέλλεται και χωράει μέσα στην ύπαρξη του πιστού, που με πίστη και ευλάβεια κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων. 
  Γνωρίζουμε λοιπόν και αναγνωρίζουμε την Παναγία ως Θεοτόκο; Ήμεθα Ορθόδοξοι; Δυστυχώς και ως προς το θέμα αυτό υπάρχουν άνθρωποι των δύο άκρων. Υπάρχουν εκείνοι που γνωρίζουν τη Μητέρα, αλλά δε γνωρίζουν τον Υιό. Υπάρχουν και άλλοι, που γνωρίζουν τον Υιό και δεν γνωρίζουν την Μητέρα.
  Στους πρώτους ανήκουν ωρισμένοι λεγόμενοι ορθόδοξοι χριστιανοί, που μιλάνε συνεχώς για την Παναγία. Δεν κάνουν λόγο για τον Ιησού Χριστό. Διαβάζουν καθημερινά την παράκληση της Παναγίας' δεν μελετούν όμως καθημερινά Αγία Γραφή, το Ευαγγέλιο του Υιού, την Καινή Διαθήκη. Τιμούν την Παναγία υπερβαλλόντως δεν τιμούν αναλόγως τον Θεάνθρωπο Κύριο. Προσεύχονται συνεχώς στην Παναγία δεν προσεύχονται στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό. Μπορεί να θεωρούν μεγαλύτερη χάρη να προσκυνήσουν μια θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, παρά να κοινωνήσουν σωστά προετοιμασμένοι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Πρόκειται για μια τάση υπερυψώσεως της Παναγίας, πράγμα που δε θέλει ούτε η ίδια η Παναγία. Η Παναγία είναι υπερυψωμένη μόνο όταν είναι δίπλα στον Υιό και Θεό τής. Η Παναγία είναι ο πρώτος άνθρωπος πλησίον του Θεανθρώπου Λυτρωτού. Η υπερύψωσις όμως που της γίνεται από νοσηρούς ανθρώπους, οδηγεί στη θεοποίηση της, σε Μαριολατρεία. 
 Οι άλλοι είναι αιρετικοί, Προτεστάντες και Χιλιαστές που μιλάνε με γλυκύτητα για τον Ιησού Χριστό, αλλά περιφρονούν τελείως την Αειπάρθενο Θεοτόκο. Αναφέρουν μόνο για κάποια Μαρία, σαν να πρόκειται για καμιά Μαρία της γειτονιάς τους! 
  Όσοι πιστεύουν ορθόδοξα στον Υιό του Θεού, που έγινε Υιός του ανθρώπου, αυτοί πιστεύουν και τιμούν ορθόδοξα και τη Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού.
 
(Ιερά Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας).

Η ΜΕΣΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 Η ΜΕΣΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η Παναγία έχει μεγαλύτερη δυνατότητα προσβάσεως στον Κύριο, " ως έχουσα μητρική παρρησίαν". Όταν το παιδί κάνει κάποια σοβαρή αταξία και ο πατέρας, γεμάτος δικαία οργή είναι έτοιμος να ξεσπάσει, η μόνη που μπορεί να σώσει το παιδί της είναι η μητέρα. Το παιδί, τρομαγμένο, πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας και την παρακαλεί. Κι εκείνη σπλαχνίζεται, και μεσολαβεί. Μπαίνει ανάμεσα στο παιδί και τον πατέρα και ικετεύει: " Μη το τιμωρήσεις! Συγχώρεσέ το. Δεν θα το ξανακάνει....". Και κάμπτεται ο πατέρας και σώζεται το παιδί από τη δικαία τιμωρία....Κάτι τέτοιο κάνει η Μητέρα του κόσμου, η Παναγία. Μπαίνει ανάμεσα σε εμάς , τα ατίθασα και άτακτα παιδιά, και στον Κύριο, που είναι δικός μας Πατέρας, αλλά συγχρόνως και δικός της Υιός. Και ικετεύει: " Μη! Υιέ μου και Κύριε, σώσε τον κόσμο σου...". Και ο Κύριος ακούει. " Πολλά γάρ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου". 

(Ιερά Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας).

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ: ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ, ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΠΕΙΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΧΟΥΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ!

Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι, που έχουν προσωπική πείρα του Θεού, έχουν πάντοτε την ίδια θεολογία, δεν την αλλάζουν, όπως το κάνουν οι φιλόσοφοι...
Οι φιλοσοφούντες αλλάζουν την παράδοση, εξ αιτίας λογικών σχημάτων που κάνουν, έχουν πιο πολύ εμπιστοσύνη στην λογική τους, παρά στην εμπειρία των θεουμένων, συλλαμβάνουν κάτι με την λογική τους, και ταυτίζουν αυτό με την πραγματικότητα περί Θεού. Όλες οι αιρέσεις προέρχονται από τέτοια εσφαλμένη βάση...
Οι θεούμενοι, όσοι μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενέργειας του Θεού, έχουν κοινή εμπειρία για το ότι ο Θεός επικοινωνεί με τον κόσμο με τις άκτιστες ενέργειές Του. Αυτό είναι θέμα εμπειρίας και όχι στοχαστική και φανταστική διδασκαλία...
 
π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ''Εμπειρική Δογματική'' 

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ: ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥΣ


Υπαρξιακά ερωτήματα και η θεολογική απάντησή τους
Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητής Δογματικής, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ

Γιατί νά ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά πεθαίνουν νέοι καί μικρά παιδιά; Θά ὑπάρξει Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν;

Ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ὁ Θεός, δηλαδή, παρέχει τή ζωή, ἀλλά καί θέτει τά ὅριά της. Μόνος αυτός γνωρίζει ὅλα τά δεδομένα, ἀλλά καί ὅλες τίς προθέσεις τῶν λογικῶν ὄντων, πρίν κἄν αὐτά ἔρθουν στήν ὕπαρξη. Ταυτόχρονα, ὁ Θεός ἀγαπᾶ σέ ἀσύλληπτο βαθμό ὅλους τούς ἀνθρώπους. Μάλιστα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ τόν Χριστό ὡς τόν μανιωδέστερο τῶν ἐραστῶν τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ἄλλωστε, ὁ Θεός θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν καί νά τόν γνωρίσουν ὡς τήν ὐποστατική Ἀλήθεια («πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»). Μέ τίς παραπάνω προϋποθέσεις, κατανοεῖται εὔκολα, ὅτι ὁ Θεός, ὡς ὁ κατεξοχήν καί κατά κυριολεξία καλός καί ἀγαθός, δέν εἶναι δυνατόν νά θέλει τόν πρόωρο θάνατο κανενός ἀνθρώπου. Καί τοῦτο, ἐπειδή τό κύριο γνώρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη.

 Ἔτσι ὁ Θεός ἀποφασίζει τόν θάνατο τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ βάση τήν παγγνωσία καί τήν ἀγάπη του. Τοῦτο, πρακτικῶς, σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος πεθαίνει στήν καλύτερη χρονική στιγμή γι’ αὐτόν. Κατά συνέπεια, μία ἐνδεχόμενη παράταση τῆς ζωῆς μας, πέρα ἀπό τό ὅριο, πού ἔθεσε ἠ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν καθένα μας, θά εἶχε ἀρνητικό ἀποτέλεσμα στήν ποιότητα τῆς αἰωνίου ζωῆς μας. Γι’ αὐτό, θά πρέπει νά δεχόμαστε τήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁριοθέτηση τῆς ζωῆς ὄλων τῶν ἀνθρώπων, μέ εὐγνώμονα καί εὐχαριστιακή διάθεση.
Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, πού διατυπώθηκε δογματικά καί συμπεριλήφθηκε στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας, κατά τήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἄλλωστε, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἀσφαλέστερη ἐγγύηση γιά τήν πραγματοποίηση καί τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καί ἡ ἕνωσή τους μέ τίς ἀντίστοιχες ψυχές εἶναι ἡ προϋπόθεση γιά τήν μέλλουσα Κρίση, ἀφοῦ ζήσαμε καί πράξαμε τό καλό ἤ τό κακό, ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα. Εἶναι, λοιπόν, εὔλογο νά ἔχουμε καί τή μελλοντική ποιότητα τῆς ζωῆς μας ὡς ἐνιαία ψυχοσωματική ὕπαρξη.
Ποιός ἄνθρωπος εἶναι πραγματικά ἐλεύθερος καί εὐτυχισμένος; Τί σημαίνει πραγματική ἐλευθερία καί πῶς ἀποκτᾶται;
Πραγματικά ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου, ἀπό τήν ἐπιρροή τοῦ πονηροῦ καί ἀπό τά πάθη του. Τότε μόνο μπορεῖ νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές τῆς δημιουργίας του καί μόνο τότε μπορεῖ νά πραγματοποιεῖ τόν σκοπό, γιά τόν ὁποῖο τόν δημιούργησε ὁ Θεός, ἐπειδή μόνο τότε μπορεῖ νά ἀξιοποιεῖ ὅλες τίς δυνατότητες, πού ἔλαβε μέ τή δημιουργία του «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί μόνο τότε μπορεῖ νά εἶναι πραγματικά καί ἐξολοκλήρου εὐτυχισμένος.
Ἡ πραγματική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, παρέχεται μυστηριακά, ὡς δωρεά, μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου βιώνεται ἐμπειρικά καί ὐπαρξιακά «ἐν πάσῃ αἰσθήσει». Καί τοῦτο, ἐπειδή μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπερβαίνεται ὁ θάνατος, ὡς χωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό, καί καταλύεται ὀ φόβος τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει ἀποφασιστικά ὅλες τίς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου, στόν ὁποῖο κυριαρχεῖ. Ὁ Χριστός, μέ τόν σταυρικό θάνατό του, κατήργησε τήν κυριαρχική ἐξουσία τοῦ διαβόλου στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐντάσσεται στό μυστηριακό του σῶμα, τήν Ἐκκλησία, ἐνῷ μέ τήν ἀνάστασή του νίκησε τόν θάνατο, παρέχοντας τήν ἀναστημένη ζωή στά μυστηριακά του μέλη, τούς πιστούς, τόσο στήν παροῦσα ὅσο καί στήν μέλλουσα αἰώνια ζωή. Ὅταν ὁ πιστός παραβιάζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, περνᾶ στήν ὑπαρξιακή περιοχή τοῦ θανάτου καί στόν χῶρο ἐπιρροῆς τοῦ πονηροῦ. Τότε ἐμφανίζονται κάι ριζώνουν τά πάθη. Ὅλα αὐτά, ὅμως, καταλύονται τελείως μέ τήν εἰλικρινῆ μετάνοια καί ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ, ἐνῷ μέ τή Θεία Κοινωνία τρέφεται πνευματικά κάι ἑνώνεται χαρισματικά μέ τόν ἴδιο τόν Θεό. Τότε, ἄλλωστε, ὑποτασσόμενο τό θέλημά του στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτᾶ καί τή χαρισματική ἐλευθερία του. Χαρισματική ἐλευθερία εἶναι ἠ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τοῦ συγκεκριμένου πιστοῦ, ἡ ὁποία ἐμπλουτίζεται μέ τήν ἄκτιστη θεοποιό Χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε καί ἀποκτᾶ, χαρισματικῶς, προοπτικές ἄκτιστης ἐλευθερίας.